Του Γρηγόρη Δουμούζη – Θεολόγου, MSc Θεολογίας, Κοινωνιολόγου
Στο ευαγγέλιο της Κυριακής (Μτ. ιζ΄ 14-23) κάποιος φέρνει το παιδί του στους μαθητές του Χριστού για να το θεραπεύσουν, μιας και πάσχει από κακά πνεύματα. Οι μαθητές δεν μπορούν να το θεραπεύσουν, πράγμα που, τελικά, το κάνει ο Χριστός. Απορούν οι μαθητές και λένε: «Γιατί δεν μπορέσαμε να το θεραπεύσουμε εμείς;». Ο Χριστός μ’ έναν ωραίο τρόπο τούς λέει: «Εξαιτίας της απιστίας σας δεν μπορέσατε να θεραπεύσετε το παιδί. Τα πνεύματα τα ακάθαρτα δεν φεύγουν με κανέναν άλλον τρόπο, παρά μόνο με νηστεία και προσευχή».
Άρα, μιλάμε για τρεις αρετές: Την «πίστη», τη «νηστεία» και την «προσευχή». Συνδέονται μεταξύ τους. Αρχικά, ας δούμε την έννοια της «πίστης». Βλέπουμε πως ο Κύριος επιπλήττει τους μαθητές Του για την απιστία τους. Όμως, η πίστη είναι «δώρο» του Θεού. Μπορείς να επιπλήξεις κάποιον γιατί δεν έχει ένα «δώρο»; Η αλήθεια είναι πως η πίστη είναι μεν «δώρο» του Θεού, το «δώρο» αυτό το ελκύουμε εμείς δε. Αυτό που έχει να κάνει ο άνθρωπος είναι να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις, ώστε να λάβει τα «δώρα».
Ποιες είναι οι προϋποθέσεις της πίστης; Το «άδειασμα» απ’ τους δικούς μας λογισμούς και το «άφημα» στα χέρια του Θεού. Σημαντική, φυσικά, προϋπόθεση είναι και να θέλω να πιστέψω. Όμως, δεν φτάνει μόνο αυτό. Χρειάζεται ν’ ασκηθώ και στην αρετή της αγάπης. Για να μου δώσει ο Χριστός, χρειάζεται να είμαι και εγώ εύσπλαχνος στους άλλους. Ένα μεγάλο πρόβλημα της πνευματικής μας ζωής είναι η «σκληροκαρδία». Επομένως, το «άδειασμα», το «άφημα», η «θέληση» και η «ευσπλαχνία» είναι οι προϋποθέσεις για να «γευτώ» τα «δώρα» του Θεού. Ο Θεός σ’ όλους δίνει. Εμείς είμαστε «κλειστοί» και δεν λαμβάνουμε το «δώρο».
Ας δούμε την «προσευχή» και τη «νηστεία». Η πίστη «γεννά» τις προϋποθέσεις της προσευχής. «Προσευχή» σημαίνει διαρκής αναφορά της υπάρξεώς μου στο Θεό. «Προσευχή» είναι «ν’ ανοίξω» την καρδιά μου και να γεμίσω από Θεό. Η προσευχή δεν είναι να πω κάποια αιτήματα, αλλά είναι η «τροφή» μας. Όμως, αν είμαι γεμάτος από άλλα πράγματα, δεν υπάρχει χώρος για το Θεό. Άρα, τι χρειάζεται; Η «νηστεία». Να παραχωρήσω χώρο στο Θεό για να έρθει. Εμείς έχουμε συνδέσει τη νηστεία με την τροφή. Το ζητούμενο είναι «ν’ αδειάσω» από οποιαδήποτε τροφή έρχεται να υποκαταστήσει το Θεό στη ζωή μου.
Επομένως, η νηστεία είναι ένας περιορισμός του θελήματός μου, όχι ψυχαναγκαστικά και καταπιεστικά, αλλά ελεύθερα, όπως όταν κάνουμε ένα χατίρι σ’ ένα αγαπημένο μας πρόσωπο. Όταν αγαπάς, η θυσία που κάνεις είναι χαρά και ελευθερία. Είναι φανερό πως αυτά τα τρία συνδέονται: Η πίστη «γεννά» την προσευχή, αλλά και η προσευχή, στο βαθμό που γεμίζω από Θεό, με κάνει να πιστέψω-εμπιστευτώ πιο πολύ το Θεό. Όσο προσεύχομαι και γεμίζω, τόσο δεν έχω ανάγκη άλλη «τροφή» να έρθει να με ψεύτο-γεμίσει. Αυτή είναι η πνευματική ζωή. Δεν είναι τυπικά πραγματάκια που τα κάνουμε απλώς μηχανικά με μια θρησκευτική ευλάβεια. Οι πιο ταλαιπωρημένοι άνθρωποι είναι οι θρησκευτικοί άνθρωποι που δεν ζουν Θεό. Δεν είναι η χαρά τους ο Θεός, δεν «πετάνε» από χαρά και δεν νιώθουν ελεύθεροι. Γι’ αυτό, πολλές φορές εμείς που είμαστε εντός Εκκλησίας είμαστε «νεκροί» εσωτερικά, ενώ άνθρωποι εκτός Εκκλησίας είναι ολοζώντανοι.
Έρχεται, έτσι, ο Χριστός και μας «ανοίγει» τον «δρόμο». Επιπλήττει τους μαθητές Του για την ολιγοπιστία τους. Τι είναι «ολιγοπιστία»; Η θρησκειοποίηση της πνευματικής ζωής και όχι η ζωντανή σχέση με τον Χριστό. Με τον Χριστό κάθε μέρα «παλεύεις», κάθε μέρα Τον ψάχνεις και ποτέ δεν νιώθεις εξασφαλισμένος. Είναι μια δυναμική κατάσταση. Με το Θεό θα τσακωθείς και θα τα βρεις. Η πνευματική ζωή είναι εμπειρία. Το θέμα είναι να είμαστε «ανοιχτοί».
Ποιος είναι ο «ανοιχτός»; Αυτός που σέβεται την καρδιά του και λέει: «Δεν θέλω με ψεύτικες «τροφές» να γεμίσω. Ήρθα σ’ αυτόν τον κόσμο μ’ έναν σκοπό: Να γεμίσω απ’ την πραγματική ζωή, δηλαδή, απ’ το Θεό». Ό,τι έρχεται στη ζωή μας, καλό ή κακό, δυσκολία ή ευκολία, είναι αφορμή να μπορέσουμε να βρούμε αυτή την πορεία προς τον Χριστό.



