Του Γρηγόρη Δουμούζη – Θεολόγου, MSc Θεολογίας, Κοινωνιολόγου
Στο ευαγγέλιο της Κυριακής (Μτ. ε΄ 14-19) θ’ ακούσουμε την εξής φράση: «Έτσι να λάμψει και το δικό σας φως μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξολογήσουν τον ουράνιο Πατέρα σας». Απ’ αυτή την πρόταση προκύπτουν δύο στοιχεία. Το πρώτο είναι πως το φως από μόνο του δεν είναι «ολόκληρο», αν δεν υπάρχουν και τα καλά έργα. Ταυτόχρονα, και τα καλά έργα είναι, ίσως, μια νοσηρή κατάσταση, αν δεν είναι στηριγμένα στο φως του Θεού.
Είναι γεγονός πως κάποιος μπορεί να κάνει καλές πράξεις και καλά έργα, ώστε να νιώθει μια υπεροχή έναντι των ανθρώπων. Να κάνει καλά έργα, για να νιώθει σημαντικός και σπουδαίος. Τα πράγματα, επομένως, δεν κρίνονται με εξωτερικά κριτήρια. Κάποιες όμορφες σκέψεις που κάνουμε, μπορούν να κρύβουν δαιμονική έπαρση, ένα ανθρώπινο φως μπορεί να κρύβει μια κατάσταση υπερηφάνειας, αλλά και πράξεις όμορφες μπορούν να φανερώνουν μια κατάσταση ιδιοτέλειας, κατά την οποία δεν νιώθω με τον αδελφό μου μέλος του ίδιου «σώματος».
Ποιος είναι ο δείκτης που φανερώνει πως αυτά τα πράγματα έχουν μια «καθαρότητα»; Όταν αυτά παραπέμπουν στο Θεό. Όταν γίνονται στους ανθρώπους με διάθεση δοξολογίας προς το Θεό και όχι λατρείας προς τους ανθρώπους που κάνουν καλά έργα. Δηλαδή, τα καλά έργα ή το φως δεν ικανοποιούν την εικόνα μας και την προβολή μας, αλλά η γνησιότητά τους αποκαλύπτεται όταν έχουν έμπνευση Θεού. Έτσι μόνο είναι γνήσιο το φως και αληθινά τα έργα. Τα έργα και το φως του Θεού οδηγούν τους ανθρώπους σε μια αίσθηση εσωτερικής ειρήνης, ελευθερίας και ελπίδας. Οτιδήποτε δημιουργεί στον άνθρωπο μια εσωτερική δυσκολία, μια αγωνία και ένα άγχος, είναι πράξεις ανθρώπινες που δεν ελευθερώνουν τον άνθρωπο.
Γι’ αυτό το λόγο, όταν πλησιάζουμε γνήσιους ανθρώπους του Θεού που έχουν φως και καλά έργα, νιώθουμε ειρήνη και ανάπαυση και όχι πνίξιμο. Αυτό που βγάζει η ζωή μας είναι ο μάρτυρας αν έχουμε όντως το Θεό ή κάτι που απλώς ικανοποιεί την εικόνα μας. Αυτή είναι μια πλάνη στην οποία μπορούμε να πέσουμε όλοι οι άνθρωποι, ακόμη και οι πνευματικοί. Άτομα που δρούμε και είμαστε εντός της Εκκλησίας κάνουμε έργα που μας «κλείνουν» στον εαυτό μας και δεν έχουν φως Θεού.
Προκύπτει ένα ερώτημα: «Πώς μπορούμε να «γευτούμε» αυτό το φως; Πώς μπορούμε να είμαστε φορείς της χάριτος του Θεού;». Η απάντηση είναι πως προηγείται η εμπειρία του Θεού. Δεν μπορεί κανένα καλό έργο να έχει μέσα του φως και περιεχόμενο, αν δεν είναι «καρπός» ησυχίας και προσευχής. Τι σημαίνει αυτό; Αν προηγουμένως δεν έχουμε προσωπική σχέση με το Θεό, επαφή με την καρδιά μας και αναζήτηση του Θεού, τα έργα μας είναι απλώς ανθρώπινες πράξεις που δεν μπορούν, όχι άνθρωπο να φωτίσουν, αλλά ούτε ένα μικρό μυρμήγκι να αλλοιώσουν. Πριν απ’ τα καλά έργα και το φως προηγείται η προσωπική αίσθηση του Θεού. Εύκολα κάνουμε καλά έργα, αλλά δύσκολα συνάπτουμε προσωπική σχέση μαζί Του.
Το ζητούμενο, δηλαδή, είναι να μας εμπνεύσει ο Χριστός και να Τον ποθήσουμε. Να φωτίσει την ύπαρξή μας. Αυτό θέλει εσωτερική ησυχία. Αυτή είναι η πάλη με το Θεό. Μια πάλη να πατάξουμε τους λογισμούς μας, να παραδοθούμε στο Θεό και να ζητούμε το έλεός Του. Αυτή είναι μια κατάσταση προσευχής. Προσευχή δεν είναι μια διαδικασία που λέμε απλώς κάποια λόγια, αλλά είναι κατάσταση: Η ζωή μας αναφέρεται ολοκληρωτικά προς τον Χριστό. Μια διαδικασία μετάνοιας και συντριβής. Ποια είναι η συντριβή; Ότι δεν έχω αυτό που ποθώ. Όταν ο άνθρωπος το συνειδητοποιήσει αυτό, ανακαλύπτει πως υπάρχει ένα «μυστικό» μέσα στην καρδιά του που αγνοεί ο κόσμος. Ποιο «μυστικό»; Τον τρόπο για να έχει φως και χαρά στη ζωή του.
Σ’ αυτή την πορεία καταλαβαίνω πως είμαι το σκότος και ο Χριστός το φως. Είμαι ένα τραύμα και ο Χριστός είναι ο ιατρός. Είμαι μια ανυπαρξία και ο Χριστός η ύπαρξη. Είμαι ένας θάνατος και ο Χριστός το φως και η ζωή. Όταν τα αντιληφθώ αυτά, τότε, πραγματικά γίνομαι φορέας της αγάπης και του φωτός του Χριστού. Αρνούμαι τα δικά μου, διότι είναι εμπόδια να «γευτώ» το αληθινό φως. Μόλις, όμως, το «γευτώ», τότε, γίνεται αυτό που λέει ο Κύριός μας στο ευαγγέλιο: «Έτσι να λάμψει και το δικό σας φως μπροστά στους ανθρώπους».
Ένας φως που δεν είναι δικό μας, αλλά είναι του Θεού. «Για να δουν τα καλά σας έργα». Τα έργα που δεν είναι δικά μας, αλλά είναι «καρπός» του αγίου Πνεύματος. Έτσι, δεν οδηγούμαι στην έπαρση, δεν θεωρώ πως είμαι καλύτερος απ’ τους άλλους, δεν νιώθω πως κάνω κάτι σπουδαίο όταν συμπονώ τον αδελφό μου, αλλά είναι ο φυσικός τρόπος της ύπαρξής μου. Είναι το «οξυγόνο» της ζωής μας, μιας και δεν μπορούμε να ζήσουμε αλλιώς.



