Η κοστολόγηση έρμαιο της δημιουργικής λογιστικής των πολιτικών παρατάξεων

Ï ðñüåäñïò ôçò ÍÄ Áíôþíçò ÓáìáñÜò ìéëÜåé óôçí ïëïìÝëåéá ôçò ÂïõëÞò êáôÜ ôçí äéÜñêåéá ôçò óõæÞôçóçò ãéá ôçí øÞöéóç ôïõ ðñïõðïëïãéóìïý 2010, ôçí ÔåôÜñôç, 23 Äåêåìâñßïõ 2009.
Spread the love

του Δρ. Γιάννη Σουβατζή*

Η κοστολόγηση αποτελεί ένα από τα βασικότερα εργαλεία διαχείρισης με εφαρμογές στην οικονομία, πολιτική, περιβαλλοντική και γενικά σε όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες. Τα πάντα είναι αντικείμενα μέτρησης για τον προσδιορισμό του κόστους έναντι της παραγόμενης αξίας, της διερεύνησης του τι θυσιάζεται για να παραχθεί ένα προσδοκώμενο όφελος, και της πρόθεσης να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος που θα διασφαλίσει το όφελος που αναμένεται να παραχθεί. 

Η κοστολόγηση είναι ο υπολογισμός της συνεισφοράς των μεταβλητών vis a vis των παραμέτρων προς θεώρηση. Αναμφίβολα είναι μια δύσκολη υπόθεση και ένα πολύπλοκο έργο που μερικές φορές επιτυγχάνει τον σκοπό του και άλλες τόσες αποτυγχάνει.

Στην πολιτική η κοστολόγηση παίζει ένα σημαντικό ρόλο, διότι η παραδειγματική διαχείριση και χρήση των πόρων μιας οικονομίας, διασφαλίζει την ευημερία της χώρας και συντονίζει τους οικονομικούς συντελεστές σε μια αρμονία που συμβάλλει στην παραγωγικότητα, ανάπτυξη και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.        

Η δήλωση της βεβαιότητας

Πόσο όμως αληθής μπορεί να είναι η δήλωση ότι «όλα είναι τεκμηριωμένα, συγκεκριμένα και κοστολογημένα», η οποία χρησιμοποιείται από τις πολιτικές παρατάξεις, αποτελώντας την αιχμή του δόρατος για την πολιτική τους επικράτηση, βιωσιμότητα και αποκόμιση εντυπώσεων. 

Γενικά οι τόνοι όλων των πολιτικών παρατάξεων οξύνονται σχετικά με την κοστολόγηση των οικονομικών τους προγραμμάτων, αφού προσπαθούν με θεωρητικές προσεγγίσεις και επιφανειακές επιχειρηματολογίες, να υπερασπιστούν τα οικονομικά τους προγράμματα και την διαχείριση του δημοσιονομικού κόστους με σχήματα λόγου, ανεμικές αναλύσεις της στιγμής και φθηνά επιχειρήματα.

Η επιχειρηματολογία της ορθής πολιτικής κοστολόγησης των προγραμμάτων, προκαλεί έντονη κριτική μεταξύ των κομμάτων στην προσπάθειά τους να υποστηρίξουν και να δικαιολογήσουν την δική τους κοστολογική προσέγγιση,  κατηγορώντας την κοστολόγηση των πολιτικών τους αντιπάλων ως πρόχειρη και ανυπόστατη.

Η πολυπλοκότητα της κοστολόγησης

Η εκτίμηση του πραγματικού κόστους ενός κυβερνητικού προγράμματος ή ενός δυνητικού προγράμματος ενός επίδοξου πολιτικού αντιπάλου είναι μια δύσκολη υπόθεση για διαρθρωτικούς, τεχνικούς και πολιτικούς λόγους. Εμπλέκει σωρεία μεταβλητών, παραμέτρων και φυσικά την επίδραση ετερογενών δυνάμεων που διαταράσσουν την διαχειριστική δομή και το στόχο της ακριβούς τιμολόγησης. Για την καλύτερη κατανόηση, μια μεταβλητή μπορεί να οριστεί ως ένα χαρακτηριστικό που μετράμε και μεταβάλλεται. Η δε παράμετρος ορίζεται ως ένα σταθερό χαρακτηριστικό που αναφέρεται σε μια οντότητα και εκτιμάται μέσω των μεταβλητών που εμπλέκονται σε ένα δείγμα. 

Η δομική της τιμολόγησης

Ας μελετήσουμε όμως τους δομικούς και τεχνικούς παράγοντες που κάνουν την κοστολόγηση των κυβερνητικών προγραμμάτων δύσκολα επαληθεύσιμη, υλοποιήσιμη, πιστευτή και ακριβή στην υλοποίησή της.

  1. Ο παράγων Χρόνου – Μακροπρόθεσμος σχεδιασμός. Πολλά εξαγγελλόμενα προγράμματα, όπως συνταξιοδοτικά, υγειονομικά και αναπτυξιακά, αποτελούν οικονομικούς γρίφους δεκαετιών αφού το κόστος τους είναι συνδεδεμένο με την οικονομική ανάπτυξη, τον πληθωρισμό, τα επιτόκια, τις δημογραφικές μεταβολές και την τεχνολογική αλλαγή – εκ των οποίων όλα είναι εγγενώς αβέβαια και δύσκολο να υπολογισθούν.
  2. Η συμπεριφορική αντίδραση. Οι άνθρωποι καθώς και το επιχειρηματικό γίγνεσθαι αλλάζουν συμπεριφορά vis a vis ενός προαγγελθέντος προγράμματος. Παραδείγματος χάριν, μια επιδότηση μπορεί να ωθήσει περισσότερους ανθρώπους να χρησιμοποιήσουν μια υπηρεσία από ό,τι είχε προβλεφθεί. Επίσης, μια πιθανή έκτακτη φορολογική ελάφρυνση μπορεί να αλλάξει τις επενδυτικές αποφάσεις. Έκτακτες «παρεμβολές» δυσκολεύουν την μοντελοποίηση της κοστολόγησης καθώς και το αναμενόμενο αποτέλεσμα αφού δημιουργούν υπερβάσεις κόστους, που κανείς δεν προέβλεπε.
  3. Παράδειγμα και Αντιπαράδειγμα. Οι εκτιμήσεις κόστους απαιτούν πάντοτε ένα αντιπαράδειγμα, δηλαδή τι θα συμβεί χωρίς την εφαρμογή του υπό εξαγγελία προγράμματος. Μια τέτοια λογική περιλαμβάνει κρίσεις που μπορούν να μεταβάλουν δραματικά το εκτιμώμενο κόστος.
  4. Οι αλληλεπιδράσεις. Οι αλληλεπιδράσεις με άλλα προγράμματα και την ευρύτερη οικονομία αποτελούν ίσως το κρισιμότερο παράγοντα που δυσκολεύει την τιμολόγηση. Τα προγράμματα σπάνια λειτουργούν μεμονωμένα και ανεπηρέαστα. Ένα πρόγραμμα υγειονομικής περίθαλψης αλληλεπιδρά με τις υπάρχουσες ασφαλιστικές αγορές, τις αγορές εργασίας και πλήθος άλλων κοινωνικών προγραμμάτων, καθιστώντας τις μεμονωμένες προβλέψεις κόστους αναξιόπιστες.
  5. Η αβεβαιότητα εφαρμογής. Ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται στην πραγματικότητα ένα πρόγραμμα στην διαχείρισή του – ένταση εφαρμογής, ποσοστά απορρόφησης, διοικητικά έξοδα, πιθανές απάτες – συχνά αποτελεί απρόβλεπτο γεγονός με αρνητικά αποτελέσματα και επιπτώσεις στον κόσμο, αλλά και ειδικότερα στο γενικό προϋπολογισμό. Η κάθε επιβλέπουσα αρχή μπορεί να αποτύχει στον τρόπο με τον οποίο οι υπηρεσίες της θα εφαρμόσουν και θα διαχειριστούν το πρόγραμμα.
  6. Η θεώρηση των μακροοικονομικών επιπτώσεων. Ορισμένοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι οι εκτιμήσεις θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις μακροοικονομικές επιπτώσεις ανάδρασης (π.χ., μειώσεις φόρων που αλλάζουν την αύξηση του ΑΕΠ). 
  7. Η φύση των οικονομικών προγραμμάτων. Τα οικονομικά προγράμματα μερικές φορές αναδιαρθρώνονται σκόπιμα – χωρίζονται σε κατηγορίες, εισάγονται σταδιακά ή χρηματοδοτούνται μέσω μηχανισμών εκτός προϋπολογισμού – ειδικά για να μειώσουν το κόστος ολιστικά, κάτι που αποτελεί πολιτική οπτική και όχι μέθοδο οικονομικής πραγματικότητας. Αυτός είναι ένας άλλος σοβαρός παράγοντας που επηρεάζει την αρχική τιμολόγηση καθώς και το αποτέλεσμα του προγράμματος.

Η αβεβαιότητα του περιβάλλοντος

Η αβεβαιότητα στην πρόβλεψη των αποτελεσμάτων σύνθετων, μακροπρόθεσμων οικονομικών προγραμμάτων είναι πραγματική και αναπόφευκτη διότι απαιτεί την εξέταση πολλαπλών ανεξάρτητων παραγόντων, τον έλεγχο μύριων υποθέσεων και πιθανών συνεπειών. Άρα, κάθε προσπάθεια κοστολόγησης περιέχει μεγάλο κίνδυνο και δύσκολα μπορεί να υποσχεθεί με βεβαιότητα τα θετικά αποτελέσματα που επεδίωκε βάσει του σχεδιασμού και της υλοποίησής της. 

Πολλοί οικονομολόγοι και πολιτικοί αναλυτές, υποστηρίζουν ότι ο επιμελής σχεδιασμός  και η ακριβής κοστολόγηση των κυβερνητικών προγραμμάτων είναι απαραίτητες προϋποθέσεως για την αποφυγή ελλειμμάτων και τη διατήρηση της διαχειρισιμότητας του χρέους (εάν υπάρχει – στην Ελλάδα το χρέος δεσπόζει μεγαλόπρεπα). 

Η υπεύθυνη κοστολόγηση και διαχείριση προγραμμάτων αποτελεί προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός σταθερού οικονομικού περιβάλλοντος που προσελκύει επενδύσεις και συμβάλλει στην άνοδο του βιοτικού επίπεδου. Τα ορθώς κοστολογημένα προγράμματα, προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν πιθανούς κινδύνους, αποκλείουν παράτολμες ενέργειες και προσπαθούν να ενισχύσουν την αξιοπιστία των προγραμμάτων και της πολιτικής παράταξης απέναντι στους πολίτες, επιτρέποντάς τους να κρίνουν αν οι υποσχέσεις είναι υλοποιήσιμες ή οδηγούν σε μελλοντική υπερφορολόγηση.

Η εξήγηση της «επιφανειακής» τιμολόγησης

Υπάρχει επίσης και η άλλη θεώρηση, ότι μια αυστηρή κοστολόγηση σε συνδυασμό με ένα συνολικό πρόγραμμα λιτότητας μπορεί να περιορίσει τις αναπτυξιακές δυνατότητες. Επομένως, ένας πιο χαλαρός αναπροσαρμοζόμενος προϋπολογισμός μέσω έκτακτων κρατικών δαπανών μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την τόνωση της ζήτησης, τη μείωση της ανεργίας και την επίτευξη μακροπρόθεσμης ανάπτυξης. Άλλο όμως λιτό και καλοσχεδιασμένο οικονομικό πρόγραμμα και άλλο ένα υπεραισιόδοξο και πολύ-υποσχόμενο οικονομικό πρόγραμμα αμφιβόλου κοστολόγησης που θα καταστεί επιζήμιο για το μέλλον.

Συνεπώς, ενώ η διαχείριση των πόρων αναγνωρίζεται γενικά ως κρίσιμος παράγοντας για την ευημερία, το αν η «αρμονία και η ανάπτυξη» επιτυγχάνονται μέσω αυστηρής δημοσιονομικής κοστολόγησης ή μέσω ενεργούς κρατικής παρέμβασης και δαπανών ανά περίσταση, και χαλαρού οικονομικού σχεδιασμού, παραμένει ένα από τα βασικά ζητήματα πολιτικής και οικονομικής διαφωνίας.

Η κοστολόγηση όμως των εξαγγελλόμενων οικονομικών προγραμμάτων πρέπει να γίνεται όσο το δυνατόν με περισσότερη ακρίβεια και δεν πρέπει ψευδώς να χρησιμοποιείται για εντυπωσιασμούς και δημιουργία μεγάλων προσδοκιών που είναι ανυπόστατες, μη ρεαλιστικές ή εκ των προτέρων καταδικασμένες να διαψευστούν. Η ιδέα της «επιφανειακής κοστολόγησης» των οικονομικών προγραμμάτων δεν πρέπει να γίνει ο μανδύας «φρούδων ελπίδων».

*Δρ. Γιάννης Σουβατζής PhD
Καθηγητής / BusinessExecutive
Brand Marketing & Corporate Identity Expert
PhD in Brand Marketing & Corporate Identity
MBA in Operations Management
MSc. in Marketing
M.A. in Management
Β. Α. Economics / Finance

Μείνετε ενημερωμένοι με τα πιο σημαντικά νέα

Πατώντας το κουμπί Εγγραφή, επιβεβαιώνετε ότι έχετε διαβάσει και συμφωνείτε με τηνΠολιτική Απορρήτου και τουςΌρους Χρήσης
Διαφήμιση