Τετάρτη, 22 Μαΐου, 2024

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Το Αγιασώτικο Καρναβάλι (Μέρος 1ο)

Άρθρα & Δημοσιεύσεις

Τελευταία Άρθρα & Ειδήσεις

Μιας και «μπήκε» το Τριώδιο την περασμένη Κυριακή, και μετράμε αντίστροφα για την Αποκριά που φέτος πέφτει στις 26 Φεβρουαρίου, σκεφτήκαμε πως ένα αφιέρωμα στην… Μέκκα του λεσβιακού – και όχι μόνο – καρναβαλιού, την Αγιάσο, στην οποία συρρέει κάθε χρόνο πλήθος κόσμου για να παρακολουθήσει τις πρωτότυπες δημιουργίες του, θα ήταν άκρως ενδιαφέρον.  

Άλλωστε το Αγιασώτικο Καρναβάλι ξεχωρίζει απ’ όλες τις πανελλήνιες εκδηλώσεις για τη βασική ιδιομορφία του, την καυστική και σπιρτόζικη έμμετρη σάτιρά του, που την εκφράζουν στο ντόπιο γλωσσικό ιδίωμα οι λαϊκοί ποιητές, με τις ρίζες του να χάνονται στα βάθη της Τουρκοκρατίας. Από τότε, περνώντας μέσα από χίλια μύρια κύματα και συνοδοιπορώντας με την κάθε εποχή εξελικτικά, κατάφερε να επιβιώσει ως τις μέρες μας, τη στιγμή που πάρα πολλά έθιμα σβήνουν στο διάβα του χρόνου από τις ραγδαίες αλλαγές των κοινωνικών συνθηκών

Το καρναβάλι, ως ανώτερη μορφή λαϊκής τέχνης, αποτελεί δημιουργικό κράμα της πνευματικής δουλειάς των λαϊκών ποιητών και της καλλιτεχνικής έκφρασης των μαστόρων. Κάθε εβδομάδα λοιπόν, έως και την Κυριακή της Αποκριάς, θα γνωρίσουμε, είτε θα θυμηθούμε ξανά τα αποκριάτικα έθιμα με κέντρο την Αγιάσο, κάνοντάς μας σκυταλοδρόμους της πλούσιας λαογραφικής μας παράδοσης. 

Η πατινάδα

Ξεκινάμε λοιπόν την ιστορική μας αναδρομή και γυρίζουμε το ροδάνι του χρόνου έναν αιώνα και πλέον πίσω, στην τουρκοκρατούμενη Αγιάσο. Πριν από το «γιανγκίνι», τη μεγάλη πυρκαγιά του 1877 που κατέστρεψε τα 4/5 της Αγιάσου, ελάχιστα στοιχεία έχουμε για το έθιμο. Όπως αναφέρει ο δάσκαλος Στρατής Κουλαξιζέλλης στο έργο του «Θρύλος και ιστορία της Αγιάσου», από το 1632 και μετά, όταν ο φανατισμός των Τούρκων υποχώρησε αρκετά, γι’ αυτό και η περίοδος αυτή ονομάστηκε «χρόνια της γαλήνης», οι νέοι καλλιέργησαν το δίστιχο νεοελληνικό τραγούδι, μιμήθηκαν τον αμανέ των Τούρκων και αναβίωσαν τους «κώμους», τους λεγόμενους «πατινάδες».

Από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και ως το 1939, τα παλικάρια του χωριού γύριζαν «πατινάδα» τα απογεύματα κάθε Κυριακής και μεγαλόσκολης. Έφερναν γύρο το χωριό, με σταθμούς στα «κουϊτούκια». Ήταν πρόχειρα καφενεδάκια σε κάθε γειτονιά, που σερβίριζαν ούζο.

Πάντα μια μουσική κομπανία ήταν έτοιμη να διασκεδάσει την κάθε παρέα. Οι κοντομαχαλαδιώτισσες κοπέλες, καθισμένες στα σκαμνέλια ή στα καριγλιά κατάντικρυ στο κουϊτούκι, προσπαθούσαν με τα κάλλη τους, την τσαχπινιά και τη διαβάθμιση του σογιού τους, να κεντρίσουν το ενδιαφέρον των παλικαριών, που, πίνοντας το ρακί τους, «ουρνίζαν» τις κοπέλες με γνεψίματα. Η λέξη «ουρνίζαν» μεταφορικά σημαίνει ερωτοτροπούσαν, φυσικά με καθαρά πλατωνικό τρόπο, και προέρχεται

από τον ουρνό που ρίχνουν στη συκιά για να γονιμοποιήσει τον καρπό.

Αφετηρία για την πατινάδα ήταν η αγορά (Κάμπους) και η κάτω αγορά (Κάτου Κάμπους). Από τους καφενέδες ξεχύνονταν πριν σπερνού για να κάνουν το γύρο του χωριού, περνώντας απ’ τα διάφορα κουϊτούκια. Ο γύρος έκλεινε πάλι με τέρμα τις δύο αγορές. Την ίδια πορεία ακολουθούσαν την Αποκριά και οι μασκαράδες, με πρόσθετο σταθμό το Σταυρί.

Η περικεφαλαία

Τις Κυριακάδες της Κριγιατνής (δηλαδή της Απόκρεω) και της Τυρνής (δηλαδή της Τυροφάγου), τα απογεύματα, άρχιζε η παρέλαση των ομάδων στις γειτονιές του χωριού. Έτσι, σε κάθε κουϊτούκι, εκτός από τις μαχαλαδιώτισσες κοπέλες, πλήθος κόσμου βολεύονταν στα πεζούλια για να παρακολουθήσει τα τραγούδια τους ή ό,τι άλλο παράσταιναν. Ο καλλίφωνος της παρέας, ο κορυφαίος, ήταν κι αρχινιστής, δηλαδή άρχιζε, ξεκίναγε το τραγούδι, που το επαναλάμβανε η παρέα. Ήταν ντυμένος με την καλή του φορεσιά (τα παλιά χρόνια κι ως τα 1890-1900: βράκα τσοχένια, χασεδένιο άσπρο πουκάμισο, ζουνάρι Μπαρμπαρέζικο και φέσι Τουνουζλήδικο). Σε κάθε γειτονιάς κουϊτούκι τραγουδούσαν ένα από τα παλιά παραδοσιακά τραγούδια, τη Σούσα, τη Λυγερή, την Τριανταφυλλένια, την Απαρνημένη, τη Μάγισσα, κ.ά..

Καθώς ο κορυφαίος του χορού ήταν βρακοφορεμένος, κάποιος πρωτοτύπησε στη στολή και από τότε (1900 περίπου) καθιερώθηκε η περικεφαλαία. Ο αρχινιστής, ντυμένος με τσολιάδικη φουστανέλα, παράσταινε το Μεγαλέξαντρο. Σαν βλέπανε αυτό το παρδαλό τσούρμο να περνά, τους έπιανε δέος και θαυμασμός. Τούτος ο μασκαρεμένος Μεγαλέξαντρος στάθηκε για τους σκλαβωμένους ραγιάδες ένα σύμβολο παλικαριάς, μια παρηγοριά. Οι Τούρκοι κάνανε χάζι τις «ιμτσούνις» και παραξενεύονταν με τις αλλοπρόσαλλες μεταμφιέσεις, χωρίς να πονηρευτούν ποτές πως αυτός ο παλίκαρος σεργιάνιζε στα καλντερίμια το πάθος για τη λευτεριά του λαού, δίνοντας ελπίδες στους σκλάβους κι ανοίγοντας το ρήγμα με παραβολές. 

Τα παραπάνω στάθηκαν αφορμή να αγαπηθεί η περικεφαλαία. Έσβησε και χάθηκε οριστικά γύρω στα 1925 – 1930. Απ’ τους πρώτους αρχινιστάδες θα αναφέρουμε τον Θόδωρο Κουκουβάλα, που έδωσε όλη του την περιουσία στο Αναγνωστήριο και που στο όνομά του γίνονταν από το 1938 τα «Βάλεια», διαγωνισμός με χρηματικά έπαθλα για τη βράβευση της καλύτερης σάτιρας. Άλλοι αρχινιστάδες ήταν οι αδελφοί Κουτσκουδή, ο Μιχάλης Ευαγγελινός, κι αργότερα ο Αριστοφάνης Μολυβιάτης, ο Φάνης Κάναρος, ο Γιάννης Σοφός και άλλοι. Οι περικεφαλαίες, καθώς και οι μουτζουρωμένοι της Καθαρής Δευτέρας, έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στο να μεταδίδουν, να μεταλαμπαδεύουν από γενιά σε γενιά τα παραδοσιακά τραγούδια της Αγιάσου

*Το πλούσιο υλικό για το Αγιασιώτικο Καρναβάλι παρουσιάσαμε κατόπιν ευγενικής παραχώρησης του συγγραφέα, λαογράφου-ερευνητή του Αγιασιώτικου Καρανβαλιού και σατιρογράφου με καταγωγή από την Αγιάσο, Παναγιώτη Κουτσκουδή, τον οποίο και ευχαριστούμε θερμά.

spot_img

More articles

spot_img
spot_img