ΑΚΡΙΒΕΙΑ: Από συγκυριακό φαινόμενο σε μόνιμη απειλή για την ελληνική κοινωνία

Spread the love

του Παράσχου  Μανιάτη*

Από το ράφι του σούπερ-μάρκετ μέχρι την παραγωγή, τη στέγαση και το δημογραφικό, η ακρίβεια παύει να είναι ένα συγκυριακό φαινόμενο και εξελίσσεται σε δομικό πρόβλημα με μακροχρόνιες συνέπειες.

Εισαγωγή: Το τέλος της ψευδαίσθησης της παροδικότητας

Η ακρίβεια έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε κυρίαρχο και αδιαμφισβήτητο ζήτημα της καθημερινότητας στην Ελλάδα, επισκιάζοντας κάθε άλλη πολιτική ή κοινωνική συζήτηση. Αυτό που ξεκίνησε το 2021 ως μια «εισαγόμενη» πληθωριστική κρίση, απόρροια της πανδημίας και της ενεργειακής αναταραχής λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, έχει πλέον ριζώσει στην εγχώρια οικονομία.

Παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση του γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή μετά το 2023, η πραγματικότητα για τον μέσο πολίτη είναι διαφορετική. Η μείωση του ρυθμού αύξησης του πληθωρισμού (αποπληθωρισμός ρυθμού) δεν σημαίνει μείωση τιμών, αλλά απλώς ότι οι τιμές αυξάνονται με πιο αργό ρυθμό πάνω στα ήδη διαμορφωμένα υψηλά επίπεδα. Το «σωρευτικό αποτύπωμα» της ακρίβειας την τελευταία τριετία υπερβαίνει το 25%-30% στα τρόφιμα, δημιουργώντας μια νέα πραγματικότητα όπου το κόστος διαβίωσης έχει αποσυνδεθεί από την εξέλιξη των μισθών. Το φαινόμενο δεν είναι πλέον μόνο οικονομικό· έχει βαθιές κοινωνικές, παραγωγικές και πολιτικές προεκτάσεις που απειλούν τον κοινωνικό ιστό.

Πολίτες σε διαρκή προσαρμογή και συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης

Για την πλειονότητα των πολιτών, η ακρίβεια μεταφράζεται σε βίαιη απώλεια της πραγματικής αγοραστικής δύναμης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat και του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα καταγράφει μια από τις χαμηλότερες αγοραστικές δυνάμεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση (συχνά προτελευταία, πάνω μόνο από τη Βουλγαρία), ενώ οι τιμές σε βασικά αγαθά συγκλίνουν ή και ξεπερνούν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση απορροφούν πλέον δυσανάλογο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος. Έρευνες καταναλωτικών οργανώσεων δείχνουν ότι για τα φτωχότερα νοικοκυριά, τα έξοδα για σούπερ-μάρκετ και λογαριασμούς κοινής ωφέλειας ξεπερνούν το 60%-70% του μηνιαίου εισοδήματος, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για άλλες ανάγκες.

Η καθημερινή κατανάλωση προσαρμόζεται βίαια:

  • Στροφή στην Ιδιωτική Ετικέτα (PL): Παρατηρείται ιστορικό υψηλό στο μερίδιο αγοράς των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, καθώς οι καταναλωτές εγκαταλείπουν επώνυμα brands που εμπιστεύονταν επί δεκαετίες.
  • Μείωση ποσοτήτων: Το φαινόμενο δεν αφορά μόνο την επιλογή φθηνότερων λύσεων αλλά και την περικοπή ποσοτήτων σε βασικά είδη διατροφής (κρέας, γαλακτοκομικά, ελαιόλαδο).
  • Περικοπή «πολυτελειών»: Έξοδα για πολιτισμό, εστίαση, ταξίδια, ακόμη και για προληπτική υγεία, θεωρούνται πλέον πολυτέλεια για τη μεσαία τάξη.

Η ακρίβεια, ωστόσο, δεν πλήττει μόνο το πορτοφόλι αλλά και την ψυχολογία. Η διαρκής οικονομική ανασφάλεια ενισχύει το άγχος (financial stress), υπονομεύει τον οικογενειακό προγραμματισμό και εντείνει το αίσθημα κοινωνικής αδικίας, καθώς οι πολίτες βλέπουν εταιρικά κέρδη να αυξάνονται, ενώ οι ίδιοι φτωχοποιούνται.

Παραγωγοί: Η μέγγενη του κόστους και η κλιματική κρίση

Η ακρίβεια δεν ξεκινά από το ράφι. Οι παραγωγοί, κυρίως στον πρωτογενή τομέα και τη μεταποίηση, βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα εκρηκτικό κοκτέιλ αυξημένου κόστους και κλιματικών καταστροφών.

Η άνοδος των τιμών των ζωοτροφών, των λιπασμάτων και των καυσίμων έχει περιορίσει δραματικά τα περιθώρια κέρδους. Επιπλέον, η κλιματική κρίση (π.χ. πυρκαγιές, πλημμύρες στη Θεσσαλία, παρατεταμένη ξηρασία) έχει μειώσει την προσφορά σε βασικά προϊόντα, όπως το λάδι, τα φρούτα και τα σιτηρά, εκτινάσσοντας τις τιμές παραγωγού. Ωστόσο, υπάρχει ένα δομικό πρόβλημα: Η «ψαλίδα» τιμών. Η διαφορά ανάμεσα στην τιμή που πουλάει ο αγρότης στο χωράφι και στην τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής στο ράφι παραμένει προκλητικά μεγάλη, αποκαλύπτοντας στρεβλώσεις στη μεσολάβηση.

Πολλοί παραγωγοί βρίσκονται μπροστά σε αδιέξοδο. Η αδυναμία απορρόφησης του κόστους οδηγεί σε εγκατάλειψη καλλιεργειών και μείωση του ζωικού κεφαλαίου (όπως φάνηκε στην παραγωγή φέτας και γάλακτος). Αυτή η συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης αυξάνει την εξάρτηση της χώρας από εισαγόμενα προϊόντα, καθιστώντας την ελληνική αγορά ακόμη πιο ευάλωτη στις διεθνείς διακυμάνσεις τιμών στο μέλλον.

Προμηθευτές, ολιγοπώλια και «πληθωρισμός της απληστίας»

Η δημόσια συζήτηση για την ακρίβεια εστιάζει συχνά στο σούπερ-μάρκετ, αλλά η αλυσίδα αξίας είναι πολύπλοκη. Οι προμηθευτές και οι εταιρείες logistics λειτουργούν σε περιβάλλον αβεβαιότητας, με τα υψηλά επιτόκια δανεισμού να δυσκολεύουν τη χρηματοδότηση και τις επενδύσεις.

Ωστόσο, δεν μπορεί να αγνοηθεί το φαινόμενο του «πληθωρισμού της απληστίας» (greedflation). Οικονομικές αναλύσεις (ακόμη και από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) υποδεικνύουν ότι σε ορισμένους κλάδους, οι αυξήσεις τιμών ξεπέρασαν κατά πολύ την αύξηση του κόστους παραγωγής, οδηγώντας σε διεύρυνση των περιθωρίων κέρδους.

Στην Ελλάδα, το πρόβλημα επιτείνεται από τη δομή της αγοράς. Σε πολλούς τομείς (καύσιμα, τηλεπικοινωνίες, ακτοπλοΐα, βασικά τρόφιμα) κυριαρχούν ολιγοπωλιακές συνθήκες. Η έλλειψη ουσιαστικού ανταγωνισμού επιτρέπει στις επιχειρήσεις να διατηρούν τις τιμές ψηλά ακόμη και όταν το κόστος των πρώτων υλών διεθνώς υποχωρεί (το φαινόμενο του «πύραυλου» στην άνοδο και του «φτερού» στην πτώση των τιμών). Παράλληλα, οι πολυεθνικοί όμιλοι εφαρμόζουν πρακτικές γεωγραφικής τιμολόγησης, πουλώντας τα ίδια προϊόντα ακριβότερα στην Ελλάδα σε σχέση με πλουσιότερες χώρες της Ευρώπης. 

Τρόφιμα, ενέργεια και στέγη: Οι τρεις πυλώνες της κρίσης

Η ακρίβεια στην Ελλάδα έχει τρία βασικά «πρόσωπα», τα οποία αλληλοτροφοδοτούνται:

  • Τρόφιμα: Η διατροφική ακρίβεια είναι η πιο επώδυνη, καθώς αφορά ανελαστικές δαπάνες. Το ελαιόλαδο, βασικό στοιχείο της μεσογειακής διατροφής, μετατράπηκε σε είδος πολυτελείας με τιμές που διπλασιάστηκαν σε ένα έτος. Τα γαλακτοκομικά και τα οπωροκηπευτικά ακολουθούν παρόμοια πορεία, καθιστώντας την υγιεινή διατροφή προνόμιο των λίγων.
  • Ενέργεια: Αν και οι τιμές του ρεύματος δεν βρίσκονται στα επίπεδα του 2022, παραμένουν σημαντικά υψηλότερες σε σχέση με την προ κρίσης εποχή. Οι «πράσινες» χρεώσεις, τα τέλη δικτύου και οι χρηματιστηριακές διακυμάνσεις κρατούν το ενεργειακό κόστος ψηλά, επιβαρύνοντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η έννοια της «ενεργειακής φτώχειας» έχει διευρυνθεί, περιλαμβάνοντας πλέον και μεσαία στρώματα που διστάζουν να θερμάνουν ή να δροσίσουν επαρκώς τα σπίτια τους.
  • Στέγαση: Αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη «βόμβα» στα θεμέλια της κοινωνικής συνοχής. Τα ενοίκια σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και τουριστικές περιοχές έχουν αυξηθεί κατακόρυφα (έως και 40%-50% σε μια πενταετία). Η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων (τύπου Airbnb), το πρόγραμμα Golden Visa που ανέβασε τις αξίες των ακινήτων και η έλλειψη νέων οικοδομών για μια δεκαετία, έχουν δημιουργήσει ασφυξία. Νέοι άνθρωποι αδυνατούν να φύγουν από το πατρικό τους, φοιτητές δεν βρίσκουν σπίτια και χαμηλόμισθοι εκτοπίζονται από το κέντρο των πόλεων..

Κοινωνικές ανισότητες, δημογραφικό και πολιτική

Η ακρίβεια λειτουργεί ως ο απόλυτος επιταχυντής των ανισοτήτων. Ο πληθωρισμός πλήττει ασύμμετρα τους φτωχούς, καθώς αυτοί ξοδεύουν όλο τους το εισόδημα για κατανάλωση, σε αντίθεση με τα πλουσιότερα στρώματα που μπορούν να αποταμιεύσουν ή να επενδύσουν.

Οι επιπτώσεις είναι μακροπρόθεσμες και ύπουλες:

  • Δημογραφική κατάρρευση: Η οικονομική ανασφάλεια και το υψηλό κόστος στέγασης και ανατροφής παιδιών λειτουργούν αποτρεπτικά για την τεκνοποίηση. Η ακρίβεια είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον χαμηλό δείκτη γεννήσεων στην Ελλάδα, υπονομεύοντας το μέλλον του έθνους και του ασφαλιστικού συστήματος.
  • Brain Drain: Παρά τη μείωση της ανεργίας, οι χαμηλοί πραγματικοί μισθοί σε σχέση με το κόστος ζωής ωθούν εξειδικευμένους νέους ξανά προς τη μετανάστευση, αναζητώντας καλύτερη αναλογία αμοιβής-κόστους διαβίωσης.

Οι κυβερνητικές παρεμβάσεις – όπως το «καλάθι του νοικοκυριού», τα διάφορα επιδόματα (pass) και οι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό – προσφέρουν μια προσωρινή ανακούφιση, αλλά επικρίνονται συχνά ως ασπιρίνες σε βαριά ασθένεια. Οι αυξήσεις στους ονομαστικούς μισθούς εξανεμίζονται σχεδόν άμεσα από τον πληθωρισμό, ενώ τα επιδόματα δεν λύνουν το πρόβλημα της διάρθρωσης της αγοράς και της αισχροκέρδειας. Η ακρίβεια διαβρώνει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και τρέφει τα πολιτικά άκρα, καθώς οι πολίτες αισθάνονται απροστάτευτοι απέναντι στις ορέξεις της αγοράς.

Συμπέρασμα: Η ανάγκη για νέο παραγωγικό μοντέλο

Η ακρίβεια στην Ελλάδα δεν είναι απλώς μια «καταιγίδα που θα περάσει». Είναι σύμπτωμα δομικών παθογενειών της ελληνικής οικονομίας: Της εξάρτησης από εισαγωγές, της έλλειψης ανταγωνισμού, της αδύναμης παραγωγικής βάσης και των χαμηλών μισθών.

Αν δεν αντιμετωπιστεί ως δομικό πρόβλημα, η ακρίβεια κινδυνεύει να παγιωθεί ως η «νέα κανονικότητα», οδηγώντας σε μια κοινωνία δύο ταχυτήτων: Σε αυτούς που μπορούν να καταναλώνουν και σε αυτούς που απλώς επιβιώνουν.

Η λύση απαιτεί έναν συνδυασμό τολμηρών πολιτικών:

  • Ουσιαστική αύξηση των μισθών που να καλύπτει τον πληθωρισμό και μείωση των έμμεσων φόρων (ΦΠΑ, ΕΦΚ) σε βασικά αγαθά.
  • Αυστηρούς ελέγχους στα ολιγοπώλια και «σπάσιμο» των καρτέλ στην αγορά.
  • Στρατηγική ενίσχυση της εγχώριας αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής για μείωση της εξάρτησης.
  • Ένα γενναίο πρόγραμμα κοινωνικής κατοικίας για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης. 

Ανησυχώ ότι πολύ σύντομα, πολλοί γονείς δεν θα έχουν τη δυνατότητα να σπουδάσουν τα παιδιά τους σε άλλες πόλεις, καθώς το απαιτούμενο κόστος θα αγγίζει – ή και θα ξεπερνά – τα 1.000 ευρώ μηνιαίως καθιστώντας την Ανώτατη Εκπαίδευση προνόμιο των λίγων.

*Ο Παράσχος Μανιάτης είναι  καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος 5 διδακτορικών διπλωμάτων από Σουηδικά και Αμερικανικά Πανεπιστήμια στους κλάδους: Logistics για Μηχανικούς, Μάνατζμεντ για Μηχανικούς, Οικονομικά & Χρηματοοικονομικά, Πολιτικές Επιστήμες & Δημόσιες Σχέσεις και Μαέστρος Μουσικής. Δίδαξε  41 χρόνια σε 9 δημόσια Πανεπιστήμια και 3 ιδιωτικά Πανεπιστήμια ανά τον κόσμο

Μείνετε ενημερωμένοι με τα πιο σημαντικά νέα

Πατώντας το κουμπί Εγγραφή, επιβεβαιώνετε ότι έχετε διαβάσει και συμφωνείτε με τηνΠολιτική Απορρήτου και τουςΌρους Χρήσης
Διαφήμιση