«Τα τελευταία χρόνια ακούμε συνεχώς τη λέξη «ανάπτυξη». Ακούμε ότι χρειάζονται επενδύσεις, ότι πρέπει να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, ότι το νησί πρέπει να προχωρήσει μπροστά. Συμφωνώ. Υπό προϋποθέσεις όμως. Συγκεκριμένα, υπάρχει ένα πολύ σοβαρό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί: Ανάπτυξη για ποιον και με τι κόστος;
Πριν από λίγες ημέρες, φίλος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Harvard με εξειδίκευση σε θέματα περιβαλλοντικής υγείας, ο Πέτρος Κουτράκης, άνθρωπος με σημαντική εμπειρία και συμβολή σε θέματα περιβάλλοντος και δημόσιας πολιτικής διεθνώς, μου διαμήνυσε ότι έχει ενημερωθεί για επικείμενα σχέδια που θα είναι επιβλαβή για το νησί μας. Με έφερε σε επαφή με την κα Εύα Ντουζινά, πρόεδρο του μη-κερδοσκοπικού οργανισμού Rauch Foundations της Βοστόνης, που έχει κάνει εκτενή έρευνα για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της ιχθυοκαλλιέργειας στο περιβάλλον, την υγεία και την οικονομία. Η κα Ντουζινά μου έστειλε στοιχεία για σχέδια ανάπτυξης ιχθυοκαλλιεργειών σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας, περιλαμβανομένης της Λέσβου, καθώς και σχετικές εμπεριστατωμένες αξιολογήσεις αναφορικά με την επίδρασή τους. Δεν πρόκειται για «ακτιβιστική δημοσιογραφία». Πρόκειται για τεχνικές αξιολογήσεις εξειδικευμένων επιστημόνων, οι οποίοι συμμετείχαν στην διαμόρφωση μοντέλων που χρησιμοποιούνται διεθνώς για την εκτίμηση της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης που προκύπτει από ιχθυοκαλλιέργειες και του μακροχρόνιου οικονομικού ρίσκου, σε αντιδιαστολή με τα όποια βραχυπρόθεσμα οικονομικά οφέλη.
Οι ειδικοί που εξέτασαν τα σχέδια για τις επεκτάσεις αναφέρουν ότι σε πολλές περιπτώσεις οι προβλεπόμενες επιβαρύνσεις ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια που χρησιμοποιούνται διεθνώς για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Σημαίνει συσσώρευση οργανικών αποβλήτων στον βυθό από τροφές και περιττώματα ψαριών, μείωση οξυγόνου και «νεκρές ζώνες» στον πυθμένα της θάλασσας σε μεγάλη έκταση. Σημαίνει καταστροφή της Ποσειδωνίας, αυτού του μοναδικού θαλάσσιου φυτού που είναι ο πνεύμονας της Μεσογείου. Και σημαίνει σταδιακή και ενδεχομένως μη-αναστρέψιμη κατάρρευση του οικοσυστήματος. Και όλα αυτά δεν φαίνονται από τη μια μέρα στην άλλη. Η καταστροφή γίνεται αργά και σιωπηλά, μέχρι που ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι η θάλασσα που ήξερες δεν υπάρχει πια.
Με απλά λόγια, αυτή τη στιγμή προτείνονται για την Λέσβο, παραγωγικές μονάδες πολύ μεγαλύτερες από αυτές που μπορεί να «αντέξει» το οικοσύστημα. Και γεννάται το εξής ερώτημα: Ποιος θα προστατεύσει τη Λέσβο; Ποιος θα προστατεύσει τον ψαρά; Ποιος θα προστατεύσει τον μικρό επαγγελματία του τουρισμού; Και, εν τέλει, ποιος θα προστατεύσει το φυσικό τοπίο του νησιού, τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της οικονομίας της και τις επόμενες γενιές; Γιατί όταν χαθεί το φυσικό κεφάλαιο ενός τόπου, δεν επανέρχεται εύκολα. Η Λέσβος δεν είναι μια βιομηχανική ζώνη. Δεν είναι ένας άδειος θαλάσσιος χώρος πάνω στον χάρτη.
Είναι ένα νησί με μοναδικό φυσικό περιβάλλον, ιστορία, πολιτισμό και ταυτότητα. Και ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται σοβαρότητα, διαφάνεια και πραγματικός δημόσιος διάλογος πριν ληφθούν αποφάσεις που μπορεί να επηρεάσουν το νησί για δεκαετίες. Δεν γράφω το παρόν άρθρο για να δημιουργήσω πανικό. Το γράφω γιατί, έτυχε απρόσμενα να ενημερωθώ για το θέμα και πιστεύω ότι όλοι οι κάτοικοι της Λέσβου έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν, όχι μόνο τα βραχυπρόθεσμα οφέλη, όσο κυρίως τις μακροπρόθεσμες συνέπειες. Και, κυρίως, ότι έχουν δικαίωμα να αποφασίσουν τι μέλλον θέλουν για τον τόπο τους.
Επιστρέφω λοιπόν στο ερώτημα που έθεσα πρωτύτερα: Ανάπτυξη για ποιον και με τι κόστος για το νησί μας;
Γιατί αν μια «ανάπτυξη» καταστρέφει σταδιακά τη θάλασσα, αλλοιώνει το φυσικό τοπίο, υποβαθμίζει τον τουρισμό, επηρεάζει την αλιεία και τελικά αφήνει πίσω της έναν κλειστό, επιβαρυμένο θαλάσσιο χώρο χωρίς επιστροφή, τότε δεν μιλάμε για ανάπτυξη. Μιλάμε για βραχυπρόθεσμο κέρδος λίγων εις βάρος του τόπου και, στην πραγματικότητα, για σοβαρή ζημιά για τις οικονομικές προοπτικές του τόπου».



