Δευτέρα, 23 Μαΐου, 2022

COVID-19 μετάλλαξη Όμικρον

Άρθρα & Δημοσιεύσεις

Του Αθανασίου Γκουλιάμα
Επιμελητή Α’ Γενικής Ιατρικής ΕΣΥ

Το στέλεχος Όμικρον γνωρίζουμε σήμερα ότι προκαλεί ηπιότερα συμπτώματα σε σχέση με τα προηγούμενα στελέχη της πανδημίας και αυτό μπορεί να εξηγηθεί από τη συμπεριφορά του ιού μετά την είσοδό του στον οργανισμό μας.

Το φαινόμενο αυτό θέλησε να εξερευνήσει μία νέα έρευνα από τις ΗΠΑ, η οποία διαπίστωσε ότι οι ασθενείς που νοσούν για πρώτη φορά με COVID-19 από το στέλεχος Όμικρον παρουσιάζουν ηπιότερα συμπτώματα σε σχέση με αυτούς που νοσούν για πρώτη φορά από το στέλεχος Δέλτα.

Συγκεκριμένα, οι επιστήμονες της μελέτης διαπίστωσαν ότι οι ασθενείς που νοσούν με το στέλεχος Όμικρον έχουν 56% μειωμένο κίνδυνο νοσηλείας, 66% μειωμένο κίνδυνο εισαγωγής στη ΜΕΘ και 84% μειωμένο κίνδυνο διασωλήνωσης συγκριτικά με αυτούς που μολύνονται με το προηγούμενο στέλεχος Δέλτα.

Ο μειωμένος κίνδυνος σοβαρής νόσου κατά τη μόλυνση με το στέλεχος Όμικρον παρατηρήθηκε σε όλες τις ηλικιακές ομάδες από τα ανεμβολίαστα παιδιά μικρής ηλικίας μέχρι τους ηλικιωμένους που θεωρούνται γενικά ευπαθής ομάδα για τη σοβαρή COVID-19.

«Το στέλεχος Όμικρον πολλαπλασιάζεται 7 φορές ταχύτερα στους ανώτερους αεραγωγούς, ωστόσο σπάνια επεκτείνεται στους πνεύμονες. Αυτό εξηγεί τόσο την αυξημένη μολυσματικότητα του στελέχους όσο και το γεγονός ότι προκαλεί ηπιότερα συμπτώματα», αναφέρει η μελέτη.

 

Τα αποτελέσματα της έρευνας

Οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα για 500.000 ασθενείς που νόσησαν με COVID-19 από το Σεπτέμβριο μέχρι το Δεκέμβριο του 2021, μεταξύ των οποίων και 14.000 ασθενείς που μολύνθηκαν με το στέλεχος Όμικρον στα τέλη Δεκεμβρίου.

Οι παρατηρήσεις της παρούσας μελέτης επιβεβαιώθηκαν και από μία άλλη έρευνα που έγινε τον Ιανουάριο, σε μία περίοδο δηλαδή όπου πάνω από το 90% των νέων περιστατικών αποδίδονται στο στέλεχος Όμικρον.

Και οι δύο μελέτες παρατήρησαν ότι μετά την εμφάνιση του στελέχους Όμικρον, τα ποσοστά νοσηλειών παρουσίασαν σημαντική μείωση, γεγονός που πρακτικά επιβεβαιώνει ότι το στέλεχος αυτό προκαλεί ηπιότερα συμπτώματα.

Μάλιστα, ακόμα και σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για την COVID-19, όπως ο διαβήτης τύπου 2 και οι μεταμοσχεύσεις, τα συμπτώματα ήταν ηπιότερα σε σχέση με αυτά που εμφανίζονται σε μία λοίμωξη με το στέλεχος Δέλτα.

 

Γιατί όμως αυξήθηκε ο συνολικός αριθμός νοσηλειών;

Τις τελευταίες εβδομάδες παρατηρούμε ότι οι νοσηλείες ως απόλυτος αριθμός παρουσιάζουν κατακόρυφη αύξηση. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν αποδίδεται στη νοσηρότητα του στελέχους Όμικρον, αλλά στην εξαιρετικά υψηλή μολυσματικότητα που έχει. Η τελευταία έχει οδηγήσει σε ευρεία εξάπλωση του στελέχους στον πληθυσμό με αποτέλεσμα να αυξηθεί ο συνολικός αριθμός των κρουσμάτων.

Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα, το μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που νοσηλεύονται αυτή τη στιγμή είναι ανεμβολίαστοι ή πάσχουν από διάφορα υποκείμενα νοσήματα που αυξάνουν τον κίνδυνο COVID-19. Οι εμβολιασμένοι που νοσηλεύονται είναι συνήθως ασθενείς με διαβήτη ή καρδιαγγειακή νόσο.

Επομένως ένα εύλογο ερώτημα που έχει απασχολήσει, ιδιαίτερα μετά την κατακόρυφη αύξηση στα περιστατικά της COVID-19 που παρατηρείται τις τελευταίες ημέρες, είναι ποια είναι η διάρκεια που πρέπει να περάσει προκειμένου να μπορούμε να έρθουμε σε επαφή με ένα άτομο που νόσησε από τον ιό.

Όπως ισχύει και με αρκετές άλλες λοιμώξεις, ο χρόνος ανάρρωσης μπορεί να διαφέρει στον κάθε ασθενή, επομένως αυτή τη στιγμή θα πρέπει να ακολουθήσουμε τις επίσημες οδηγίες, σύμφωνα με τις οποίες ο ασθενής μπορεί να βγει από την καραντίνα μετά από 5 ημέρες.

Οι οδηγίες αυτή έχουν βασιστεί σε πληθώρα νέων δεδομένων που δείχνουν ότι ένας ασθενής που νόσησε με τον ιό μπορεί να τον μεταδώσει σε άλλα άτομα 2 ημέρες πριν την εμφάνιση των συμπτωμάτων και 2-3 ημέρες μετά την εμφάνισή τους.

Σύμφωνα με τις παρούσες οδηγίες, ένας ασθενής με πιθανή ή επιβεβαιωμένη COVID-19 θα πρέπει να μπει σε καραντίνα για 5 ημέρες από την ημέρα του 1ου συμπτώματος ή από την ημέρα του 1ου θετικού τεστ, αν είναι ασυμπτωματικός.

Μετά τις 5 ημέρες ο ασθενής μπορεί να διακόψει την καραντίνα και να επιστρέψει στην καθημερινότητά του, εφόσον τηρεί τα μέτρα για την πρόληψη της COVID-19.

Στο παρελθόν, η οδηγία ήταν ότι η διάρκεια της καραντίνας θα πρέπει να είναι 14 ημέρες, ωστόσο αυτό άλλαξε όταν διαπιστώθηκε ότι οι περισσότεροι ασθενείς σταματούν να είναι μολυσματικοί πολύ πριν τις 14 ημέρες.

Συγκεκριμένα, την 1η ημέρα της λοίμωξης, ένας ασυμπτωματικός φορέας έχει περίπου 60% πιθανότητα να μεταδώσει τον ιό, ενώ στην 5η ημέρα ο κίνδυνος αυτός έχει περιοριστεί στο 10%-20%. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι 5 ημέρες μετά το πρώτο σύμπτωμα, αν γίνεται χρήση μάσκας, ο κίνδυνος μετάδοσης του ιού είναι εξαιρετικά χαμηλός.

 

Εκτίμηση του κάθε ασθενούς ξεχωριστά

Σύμφωνα με αρκετούς ειδικούς, οι παρούσες οδηγίες διασφαλίζουν ότι η διάρκεια της καραντίνας περιορίζεται στο απολύτως απαραίτητο και ο ασθενής μπορεί να επιστρέψει άμεσα στην καθημερινότητά του χωρίς να υπάρχει κίνδυνος να μολύνει άλλα άτομα.

Σε κάθε περίπτωση, αν νοσήσαμε από COVID-19 προσφάτως θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί κατά τις πρώτες ημέρες μετά το πέρας της καραντίνας, ιδιαίτερα αν πρόκειται να έρθουμε σε επαφή με άτομα που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες για τον ιό, όπως για παράδειγμα ηλικιωμένους, διαβητικούς ή ανοσοκατεσταλμένους. Πολύ δε περισσότερο αν λάβουμε υπ’ όψιν μας μια πολύ πρόσφατη  έρευνα που διεξήχθη από το Πανεπιστήμιο του Exeter (χρησιμοποίησε μία νέα εξέταση που προσδιορίζει τα επίπεδα του SARS-CoV-2 στη ρίνα με σκοπό να διαπιστώσει αν ο ασθενής μπορεί να μεταδώσει τον ιό) και απέδειξε ότι 1 στους 10 ασθενείς που μολύνονται με τον SARS-CoV-2 μπορεί να μεταδώσει τον ιό ακόμα και μετά τη 10η ημέρα της λοίμωξης.

Σύμφωνα με το CDC των ΗΠΑ (αν και αυτό δεν είναι απαραίτητο και αποτελεί ιδιαίτερο προληπτικό μέτρο), αν πρόκειται να βρεθούμε σε χώρους με συνωστισμό όπου δεν θα φοράμε μάσκα για μεγάλο διάστημα, όπως για παράδειγμα σε ένα οικογενειακό τραπέζι, καλό θα είναι να έχουμε κάνει ένα rapid test εκ των προτέρων, έτσι ώστε να ελαχιστοποιήσουμε τον κίνδυνο μόλυνσης άλλων ατόμων.

Καταλήγοντας, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε όπως αναφέραμε και παραπάνω, ότι ο χρόνος ανάρρωσης μπορεί να διαφέρει σε κάθε ασθενή, επομένως ακόμα και μετά τις 5 ημέρες της καραντίνας, θα πρέπει να είμαστε όσο το δυνατόν προσεκτικοί.

 

Προηγούμενο άρθροΠρωτοσέλιδο 21-01-22
Επόμενο άρθροΤο άλλο με τον Τοτό το ξέρεις;
- Advertisement -

More articles

Τελευταία Άρθρα & Ειδήσεις