«Είμαι γυναίκα αστυνομικού. Το μεγαλείο των τύπων με τα μπλε…»

Γράφει η Μαρίνα Πολλάτου*

Λίγο πριν ξεσπάσουν τα επεισόδια στη Νέα Σμύρνη, έπαιρνε ΦΕΚ η – μαζί με άλλους 260 συναδέλφους του – αποστρατεία του Γιώργου. Του κοντά τρεις δεκαετίες συντρόφου μου, που χρόνια τώρα αποκαλώ χαϊδευτικά ’’μπατσομωράκι’’. Φεύγοντας λοιπόν ο Γιώργος απ’ το σώμα, έλυσε τα δικά μου χέρια. Και μπορούν πια να τρέξουν στο πληκτρολόγιο να περιγράψουν, έστω και στο ελάχιστο, αυτό το μεγαλείο ψυχής που γνώρισα, κι όχι μόνο ως γυναίκα «μπάτσου», αλλά κι ως φίλη ή γνωστή, ή και ’’υπάλληλος’’, πολλών συναδέλφων του. 

Των τύπων με τα μπλε. 

Των τύπων που έχουν και ξέρουν να διαφυλάττουν αρχές κι αξίες. Κι ας μοιάζουν κάποιες φορές σκληροί, απόμακροι ή και καθάρματα. Αυτών λοιπόν που δυστυχώς έχουν μπει στο στόχαστρο κι ανεξαιρέτως κατηγορούνται συλλήβδην, ως ό,τι το χειρότερο έχει να επιδείξει σήμερα η ελληνική πραγματικότητα. Μα και προφανώς δεν είναι έτσι. 

Ίσως στις κοντά 50.000 ένστολους της αστυνομίας να υπάρχουν και κακά σπυριά, κάποιες φλύκταινες ακόμη και με πύον. Ενδεχομένως να βρίσκονται κι ορισμένοι ανεύθυνοι, ανεκπαίδευτοι, αδαείς, ανεπαρκείς που δεν ανταποκρίνονται στο ρόλο τους. Όμως σε ποια δουλειά δεν υπάρχουν τσογλάνια, καθίκια; Σε ποιο χώρο είναι όλα αγγελικά πλασμένα; Για παράδειγμα στον τύπο. Ανέκαθεν υπήρχαν τσάμπα μάγκες που συστηματικά έκλεβαν τα κείμενα συναδέλφων τους και τα πούλαγαν με το δικό τους όνομα. Ανερυθρίαστα δίχως τσίπα και ντροπή. Κι όλα αυτά πριν ακόμη βγει το καθαρτήριο του internet που ομογενοποιεί τις ειδήσεις σε τέτοιο βαθμό ώστε να χάνεται η πρωτόλεια μορφή, η ανάλυση κι ο συντάκτης της.  

Ομοίως και στην αστυνομία δεν θα λείψουν ποτέ οι – πώς τους χαρακτηρίζουν; – επίορκοι και οι εμπαθείς, αυτοί οι υπέρ του δέοντος υπηρεσιακοί, οι λίγοι και εξαιρετέοι που αμαυρώνουν την εικόνα. Μια εικόνα όμως εντελώς διαφορετική απ’ αυτή την οποία εντέχνως καιρό τώρα ορισμένοι θέλουν να διαμορφώσει η κοινή γνώμη για τους τύπους με τα μπλε. Τη συντριπτική πλειοψηφία των ένστολων. Πιθανά γιατί έτσι να εξυπηρετούνται μεγαλόπνοα σχέδια και άγνωστες σκοπιμότητες. 

Για έξι μήνες λοιπόν, όταν γνωριζόμουν με το νυν άντρα μου, ήξερα πως δουλεύει στο Δημόσιο κι έχει τελειώσει ακαδημία. Δεν έλεγε ψέματα, αλλά ντράπηκε (;), είχε ενδοιασμούς να πει όλη την αλήθεια. Όταν την έμαθα, κινδυνεύοντας μάλιστα να σκοτωθώ (οδηγούσα μηχανή και τον είδα στο δρόμο με στολή, έξω από την πάλαι ποτέ Νομαρχία Λέσβου, κι έφυγα αντίθετα στο μονόδρομο) μού είπε ότι με είχε για «αναρχοκουλτούρα» και φοβόταν πως δεν θα τού έριχνα δεύτερη ματιά αν ήξερα τι δουλειά κάνει. Το ξεπέρασα – ευτυχώς – κι έζησα έκτοτε μαζί του. Παντρευτήκαμε, πήραμε  σπίτι, σπουδάσαμε παιδιά κι αισίως έφτασε με 42,5 χρόνια υπηρεσίας, μαζί με τα πλασματικά – ποτέ δεν κατάλαβα τους υπολογισμούς του – να υποβάλλει τα χαρτιά του για σύνταξη. 

Όλο αυτό το διάστημα ως γυναίκα αστυνομικού δεν πέρασα κι εύκολα. Όταν ήμουν μικρή λόγω αριστερής οικογένειας και χούντας (όσο πρόλαβα), μόλις έβλεπα αστυνομικό πέρναγα στο απέναντι πεζοδρόμιο. Κι όσο κι αν αγαπούσα τον άντρα μου, όσο κι αν είχαν αλλάξει οι εποχές, τα στερεότυπα με κυνηγούσαν και με στοίχειωναν. Αλλά και στην πράξη προέκυπταν ζητήματα από εκεί που δεν το περίμενες: «Γιατί Μαρίνα πήρες τον Στρατή και πήγατε στην πορεία; Τι θα έλεγαν οι συνάδελφοι βλέποντας τη γυναίκα και το γιο μου κάτω απ’ το πανό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ;». Κύλησε αρκετό νερό στο αυλάκι, εγώ από ΚΚΕ έγινα εκσυγχρονίστρια, ο Γιώργος πέρασε από ΠΑΣΟΚ στο ΣΥΡΙΖΑ, ενίοτε με απειλούσε κοροϊδευτικά ότι θα γίνει ακροδεξιός αν δεν του έκανα κάποιο χατίρι, ’’μουρδουλεύτηκαν’’ και ’’μπασταρδεύτηκαν’’ – πώς αλλιώς να το διατυπώσω; – ιδανικά και κόμματα, πορευτήκαμε στα δεδομένα που άλλαζαν και μάς άλλαζαν καταιγιστικά, αλλά πάντα υπήρχε ο φόβος. 

Ο φόβος για τη ζωή και την ακεραιότητα του Γιώργου. Ήταν απόλυτα υπηρεσιακός κι υπεύθυνος. Γυμναζόταν ανελλιπώς για να βρίσκεται σε άριστη κατάσταση. Ποτέ δεν αποκάλυψε λεπτομέρειες της δουλειάς του (τι να πει άλλωστε σε μια ’’κιτρινούλα’’;) και φρόντιζε να πηγαίνει ’’ετοιμοπόλεμος’’ για υπηρεσία. Προετοιμασμένος για κάθε ενδεχόμενο. 

Και τότε στα νιάτα μας, που παραμόνευε για μέρες χασισοφυτείες για να επιστρέψει βρώμικος, πεινασμένος, αγνώριστος απ’ τη γενειάδα, αλλά πανευτυχής για τα αμέτρητα δενδρύλλια που ξεριζώθηκαν. 

Και στη συνέχεια στον ασύρματο, όταν το κεφάλι του βούιζε και πονούσε απ’ τα τέλεξ, εκεί που είδε (και τότε και πιο μετά) συναδέλφους του να χάνουν νεότατοι τη ζωή τους από καρκίνο στο στομάχι («είναι τυχαίο Μαρίνα μου;», αναρωτιόταν). 

Και όλα τα υπόλοιπα χρόνια στην ασφάλεια Μυτιλήνης, μια να τρέχει χωρίς σταματημό, μια να πονάνε οι αρθρώσεις του απ’ τους Αλγερινούς που πάλευαν να ξεφύγουν τη σύλληψη. 

Και ακόμη πιο δύσκολα απ’ το 2015 και μετά με το προσφυγικό. Να πετάγεται σαν κυνηγημένος απ’ τη Μόρια στο σπίτι για να πάει τουαλέτα και να πάρει τον καφέ που τού ετοίμασα στο πλαστικό. 

Αμέτρητες πρωτοχρονιές και αναστάσεις τις πέρασα μόνη μου. Έκοψα αναγκαστικά για να μην τσακωνόμαστε και τις πορείες, ενώ δεν κάλυψα ποτέ μου αστυνομικό ρεπορτάζ για να μην τον φέρνω σε δύσκολη θέση. Τόσα χρόνια ως γυναίκα αστυνομικού, αλλά και ως συντάκτρια ύλης για ένα μεγάλο διάστημα στην εφημερίδα της ΠΟΑΣΥ (σ.σ.: ειλικρινά πιο αγνούς συνδικαλιστές απ’ τους πρώτους της ΕΛ.ΑΣ. δεν είδα στη ζωή μου. Καμιά σχέση με τις ίντριγκες και τα στημένα παιχνίδια των φοιτητικών μας αμφιθεάτρων, ή των μεγάλων εργασιακών χώρων!!!), γνώρισα ανθρώπους έντιμους, ντόμπρους. Ανθρώπους που ξέρουν το ρόλο τους και αρνούνται επ’ ουδενί να τον υπερβούν κάνοντας κατάχρηση εξουσίας. Ανθρώπους μετριοπαθείς που όπως όλοι μας, παλεύουν απλά για να κάνουν τη δουλειά τους σωστά. Και την κάνουν προσφέροντάς μας ασφάλεια. 

Ευχαριστώ «μπατσομωράκι» μου που μ’ έμαθες και μ’ έπεισες πως δεν χρειάζεται να αλλάζω πεζοδρόμιο όταν τρακάρω με ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ στο δρόμο. 

*Η Μαρίνα Πολλάτου – Βασιλικιώτη είναι συνταξιούχος δημοσιογράφος