«ΕΙΜΑΙ Η ΕΛΙΑ Η ΜΥΤΙΛΗΝΙΑ…»: Οι μοναδικές ελιές της Λέσβου

Spread the love

του Παράσχου  Μανιάτη*

«Είμαι η ελιά η Τρυλιανή, Κολοβή, Αδραμυτιανή, Καρολιά και Λαδολιά, η Μυτιληνιά είμαι η ελιά», γράφει ο δημοσιογράφος-ποιητής Στρατής Παπανικόλας, αποτυπώνοντας σε λίγους στίχους όλες τις βασικές ποικιλίες ελιάς που ευδοκιμούν στη Λέσβο. Το νησί της Σαπφούς, τρίτο μεγαλύτερο της Ελλάδας, είναι πράγματι ένας απέραντος ελαιώνας: Πάνω από 11 εκατομμύρια ελαιόδεντρα καλύπτουν μεγάλο μέρος του, κυρίως στα βόρεια, ανατολικά και νότια τμήματα. Η ελιά και το λάδι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας, της οικονομίας και της ταυτότητας της Λέσβου ήδη από την αρχαιότητα. Αρχαιολογικές ανασκαφές στους Πύργους Θερμής αποκάλυψαν προϊστορικές εγκαταστάσεις ελαιοπαραγωγής από το 3000 π.Χ., δείχνοντας πόσο βαθιά ριζωμένη είναι η ελαιοκαλλιέργεια στον τόπο. Σήμερα, η Λέσβος παράγει περίπου το 20% του ελληνικού ελαιολάδου ετησίως, περί τα 25.000-30.000 τόνους λάδι εξαιρετικής ποιότητας, φημισμένο εντός και εκτός συνόρων.

Κολοβή: Η “μυτιληνιά” που δίνει χαρακτήρα στο λάδι

Η Κολοβή, γνωστή σε πολλούς απλώς ως «μυτιληνιά», είναι η κυρίαρχη ποικιλία του νησιού και η βάση της φήμης του λεσβιακού ελαιολάδου. Προσαρμόζεται εξαιρετικά στο λεσβιακό τοπίο: Φτωχά, πετρώδη εδάφη, ξηροθερμικές συνθήκες και πλαγιές που απαιτούν υπομονή και κόπο. Δεν είναι μια «εύκολη» ελιά με την έννοια της γρήγορης απόδοσης, όμως όταν οι συνθήκες ευνοούν, δίνει λάδι εξαιρετικής ποιότητας, με φίνο άρωμα, ισορροπημένη γεύση και χαμηλή οξύτητα.

Χαρακτηριστικό της Κολοβής είναι η όψιμη ωρίμανση: Συχνά μαζεύεται μέχρι και βαθιά μέσα στον χειμώνα. Σε χρονιές μεγάλης καρποφορίας («μαξουλοχρονιές» όπως λένε οι παλιοί) μπορεί να φορτωθεί τόσο, ώστε να γίνει σχεδόν «ακραία» η παραγωγή. Παράλληλα, ένα μικρό μέρος της Κολοβής αξιοποιείται και ως επιτραπέζια ελιά, συνήθως με πιο ήπιες πρακτικές ξεπικρίσματος σε νερό και στη συνέχεια σε άλμη. Για τους ντόπιους, πάντως, η Κολοβή είναι πρωτίστως «λάδι» και μάλιστα λάδι που δίνει ταυτότητα στον τόπο.

Αδραμυτιανή: Η μικρασιατική ρίζα που έγινε λεσβιακή

Η Αδραμυτιανή κουβαλά έντονα το στοιχείο της προσφυγικής μνήμης. Το όνομά της παραπέμπει στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας και στη διαδρομή ανθρώπων που πέρασαν απέναντι και ρίζωσαν στη Λέσβο, φέρνοντας μαζί τους γνώση, εμπειρία και φυτικό υλικό. Σήμερα, η Αδραμυτιανή είναι η δεύτερη πιο σημαντική ποικιλία στο νησί, με μεγάλη παρουσία σε περιοχές όπου ευνοείται από τα εδάφη και το μικροκλίμα.

Ωριμάζει γενικά νωρίτερα από την Κολοβή, ενώ οι καρποί της μπορούν να δώσουν εξαιρετικό ελαιόλαδο, συχνά με πιο «μαλακό» προφίλ και πολύ ευχάριστο άρωμα. Ταυτόχρονα, αποτελεί και εξαιρετική επιτραπέζια ελιά: Σαρκώδης, με ισορροπία στη γεύση, κατάλληλη τόσο για άλμη όσο και για «τσακιστές» πράσινες ελιές. Αυτή η διπλή χρήση – λάδι και βρώση – την κάνει ιδιαίτερα αγαπητή στους παραγωγούς. Και δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλο μέρος του τυποποιημένου λεσβιακού ελαιολάδου βασίζεται στο δίδυμο Κολοβή-Αδραμυτιανή, που θεωρείται «υπογραφή» του νησιού.

Λαδολιά: Οι «Ρουπάδες» της παράδοσης

Η Λαδολιά, γνωστή σε πολλά χωριά και ως Ρουπάδα, έχει μια ξεχωριστή θέση στη λαϊκή εμπειρία. Δεν αφορά πάντα μια τυπική «ποικιλία» με τη στενή έννοια, αλλά περισσότερο ένα ιδιαίτερο είδος καρπού που ωριμάζει με τρόπο που θυμίζει φυσική αφυδάτωση πάνω στο δέντρο: Οι ελιές μαυρίζουν, «ζαρώνουν», συμπυκνώνουν στοιχεία και αποκτούν έντονο χαρακτήρα. Παλαιότερα τις θεωρούσαν θησαυρό, γιατί μπορούσαν να καταναλωθούν εύκολα, σχεδόν «έτοιμες», ή να διατηρηθούν με απλές πρακτικές – αλάτισμα ή φύλαξη ώστε να υπάρχουν προμήθειες για τον χειμώνα.

Η γεύση τους είναι έντονη και δυνατή, με πιο «βαθύ» προφίλ. Είναι ελιές που συναντά κανείς στο τραπέζι κυρίως ως μεζέ, σε νηστίσιμα και απλά φαγητά, δίπλα σε ψωμί, όσπρια ή σαλάτες. Η Λαδολιά/Ρουπάδα θυμίζει ότι η ελιά στη Λέσβο δεν είναι μόνο εμπορικό προϊόν, αλλά και τρόπος διατροφής που στηρίχθηκε σε απλότητα και αυτάρκεια.

Τρυλιανή: Η σπάνια προσφυγοπούλα ελιά

Η Τρυλιανή είναι από τις ποικιλίες που συναντώνται πλέον σπάνια και διάσπαρτα. Η ιστορία της συνδέεται επίσης με μετακινήσεις πληθυσμών και προσφυγικές ρίζες, καθώς η ονομασία της παραπέμπει σε περιοχές της Προποντίδας. Στη Λέσβο δεν έγινε ποτέ μαζική καλλιέργεια, όμως επιβίωσε ως «μικρός θησαυρός» σε οικογενειακούς ελαιώνες και κτήματα όπου οι άνθρωποι κρατούσαν ζωντανό ό,τι έφεραν μαζί τους από τον τόπο τους.

Ως καρπός, η Τρυλιανή έχει τη φήμη της καλής επιτραπέζιας ελιάς, με πλούσια σάρκα και ενδιαφέρον γευστικό χαρακτήρα. Τη συναντά κανείς κυρίως σε μαύρη ωρίμανση, σε άλμη ή σε παραδοσιακούς τρόπους διατήρησης. Πέρα από τη γεύση, όμως, η αξία της είναι και συμβολική: Είναι μια ζωντανή υπενθύμιση ότι η λεσβιακή ελαιοκαλλιέργεια εμπλουτίστηκε από ανθρώπινες ιστορίες, μνήμες και ανταλλαγές.

Καρολιά: Μεγαλόκαρπη, αλλά «λίγη» σε έκταση

Η Καρολιά είναι επίσης σπάνια στη Λέσβο και δεν έχει αποκτήσει μεγάλη εμπορική παρουσία. Πρόκειται για μεγαλόκαρπη ελιά, που προορίζεται κυρίως για βρώση και όχι για παραγωγή λαδιού. Έχει ελκυστικό μέγεθος, καλή σάρκα και μπορεί να καταναλωθεί πράσινη ή μαύρη, ανάλογα με τον τρόπο επεξεργασίας. Παρ’ όλα αυτά, οι παραγωγοί του νησιού παραδοσιακά προτίμησαν να επενδύσουν στις ποικιλίες που «μιλούν» πιο άμεσα στη λεσβιακή οικονομία – κυρίως στην Κολοβή και στην Αδραμυτιανή.

Η παρουσία της Καρολιάς, έστω και περιορισμένη, έχει αξία ως στοιχείο βιοποικιλότητας: Δείχνει ότι ο λεσβιακός ελαιώνας δεν είναι μονοκαλλιέργεια, αλλά ένα δυναμικό σύστημα με μικρές «νησίδες» ποικιλιών που διασώθηκαν από πείσμα, συνήθεια ή αγάπη.

Από το λιομάζωμα στις σημερινές προκλήσεις

Η εικόνα του λεσβιακού λιομαζώματος είναι βαθιά χαραγμένη στη ζωή του τόπου: Λιόπανα κάτω από τα δέντρα, ράβδισμα, χέρια που μαζεύουν καρπό, τσουβάλια που γεμίζουν, και στο τέλος το λιοτρίβι – εκεί όπου ο κόπος μετατρέπεται σε λάδι. Παλιότερα, το λάδι ήταν «αποθήκη ζωής»: Εξασφάλιζε τροφή, εισόδημα, ανταλλαγές. Οι παλιοί γνώριζαν καλά την παρενιαυτοφορία: «Μια χρονιά μαξούλι, μια χρονιά κισίρ’», έλεγαν, και ρύθμιζαν τις ανάγκες τους ανάλογα.

Σήμερα, όμως, οι δυσκολίες έχουν πυκνώσει. Ο απρόβλεπτος καιρός, οι ακραίες θερμοκρασίες στην ανθοφορία, η ανομβρία ή οι άκαιρες βροχές μπορούν να μειώσουν δραστικά την παραγωγή. Παράλληλα, εχθροί και ασθένειες – με πρώτο τον δάκο – απαιτούν οργάνωση και κόστος, ενώ η εργασία στο χωράφι γίνεται όλο και πιο δύσκολη λόγω γήρανσης του αγροτικού πληθυσμού και αυξημένων εξόδων. Όλα αυτά κάνουν την ελαιοκαλλιέργεια πιο απαιτητική, χωρίς να μειώνεται η ανάγκη για ποιότητα.

Προοπτικές: Ποιότητα, τυποποίηση και ελαιοτουρισμός

Παρά τις προκλήσεις, η λεσβιακή ελιά έχει ισχυρά πλεονεκτήματα. Το νησί μπορεί να στηριχθεί στη φήμη του για ποιοτικό ελαιόλαδο, στη σωστή τυποποίηση και στην ανάδειξη των ποικιλιών του ως «ιστορία σε μπουκάλι». Οι προσπάθειες για πιστοποίηση και καλύτερη ταυτότητα στην αγορά, η ενίσχυση των εξαγωγών, αλλά και η σύνδεση του ελαιώνα με τον τουρισμό (επισκέψιμοι ελαιώνες, εμπειρίες λιομαζώματος, γευσιγνωσίες, μουσεία και τοπική γαστρονομία) μπορούν να δώσουν νέα δυναμική.

Στη Λέσβο, η ελιά δεν είναι απλώς γεωργία. Είναι πολιτισμός. Είναι μνήμη. Είναι οικονομία. Και είναι ταυτότητα που διαμορφώνεται από ποικιλίες με ονόματα που ακούγονται σαν μικρές ιστορίες: Κολοβή, Αδραμυτιανή, Λαδολιά, Τρυλιανή, Καρολιά. Όσο ο τόπος τις κρατά ζωντανές, κρατά ζωντανό και τον ίδιο του τον εαυτό.

Η μοναδικότητα της μυτιληνιάς ελιάς στο ελληνικό και διεθνές τοπίο

Στην Ελλάδα υπάρχουν εκατοντάδες ποικιλίες ελιάς, όμως η περίπτωση της Λέσβου είναι πραγματικά ξεχωριστή. Λίγα μέρη συνδυάζουν τόσο μεγάλη παράδοση, τέτοια ποικιλία τοπικών φυλών και τόσο υψηλή ποιότητα προϊόντος. Η μυτιληνιά ελιά – είτε είναι η ταπεινή Κολοβή του μικρού χωραφιού, είτε η Αδραμυτιανή που κουβαλά την ιστορία της Μικρασίας, είτε η σπάνια Καρολιά και η προσφυγοπούλα Τρυλιανή – αποτελεί για τη Λέσβο κάτι παραπάνω από ένα δέντρο: Είναι σύμβολο ζωής, ευημερίας και πολιτισμού. Κάθε γεύση του λεσβιακού λαδιού κλείνει μέσα της ήλιο και αλμύρα του Αιγαίου, κάθε δαγκωνιά μιας ελιάς Μυτιλήνης αφηγείται μια ιστορία γενεών.

Δεν είναι τυχαίο που ο Ελύτης, ο μεγάλος λεσβιακής καταγωγής ποιητής, συνέδεσε την ελιά με τη ζωή των ανθρώπων του μόχθου: «Και κάθε γινωμένη ελιά / στοιχίζει και μια φαμελιά» έγραψε, υπενθυμίζοντας πως από τον καρπό αυτό εξαρτιόταν η οικογένεια ολόκληρη. Σήμερα, στον 21ο αιώνα, η μυτιληνιά ελιά συνεχίζει να «δίνει ζωή στον τόπο», όπως λέει ένα τοπικό τραγούδι. Δίνει ζωή οικονομική μέσω του λαδιού, των εξαγωγών, της εργασίας στα χωράφια. Δίνει ζωή πολιτιστική μέσω των εθίμων, της γαστρονομίας, των μουσείων και των φεστιβάλ της. Δίνει όμως και κάτι ακόμα: Ένα παράδειγμα αειφορίας και αυθεντικότητας σε έναν κόσμο που το έχει ανάγκη.  

Όπως η ελιά ριζώνει βαθιά και αντέχει στο χρόνο, έτσι και η σχέση των Μυτιληνιών με τις ελιές τους θα αντέξει, προσφέροντας καρπούς ευλογημένους για πολλές ακόμη γενιές.

Στο Νησί των ποιητών και των ελαιώνων, η ελιά θα είναι πάντα «ιερό δέντρο» – σύμβολο ειρήνης, ευφορίας και πολιτισμού – ακριβώς όπως την ύμνησαν οι πρόγονοι και τη ζουν καθημερινά οι σύγχρονοι Μυτιληνιοί.

* Ο Παράσχος Μανιάτης είναι  καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος 5 διδακτορικών διπλωμάτων από Σουηδικά και Αμερικανικά Πανεπιστήμια στους κλάδους: Logistics για Μηχανικούς, Μάνατζμεντ για Μηχανικούς, Οικονομικά & Χρηματοοικονομικά, Πολιτικές Επιστήμες & Δημόσιες Σχέσεις και Μαέστρος Μουσικής. Δίδαξε 41 χρόνια σε 9 δημόσια Πανεπιστήμια και 3 ιδιωτικά Πανεπιστήμια σε έξι χώρες

Μείνετε ενημερωμένοι με τα πιο σημαντικά νέα

Πατώντας το κουμπί Εγγραφή, επιβεβαιώνετε ότι έχετε διαβάσει και συμφωνείτε με τηνΠολιτική Απορρήτου και τουςΌρους Χρήσης
Διαφήμιση