Εξελίξεις στη χειρουργική αφαίρεση του θυρεοειδούς

Οι Έλληνες, σύμφωνα με τα επιδημιολογικά δεδομένα, έχουν την μικρότερη πιθανότητα προσβολής από καρκίνο του θυρεοειδούς στην Ευρώπη και τούτο επιβεβαιώνεται και από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO): Σε ποσοστό 1,9 ανά 100.000 του γενικού πληθυσμού, ενώ ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι 6,5. Την μεγαλύτερη πιθανότητα προσβολής έχουν όσοι ζουν στην Λιθουανία, Ιταλία και Αυστρία κατά σειρά με ποσοστά 15,5 , 13,5 και 12,4 αντίστοιχα! Στην Κύπρο δε, το ποσοστό είναι αρκετά υψηλό στο 10,1.

Αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι πρέπει να εφησυχάζουμε. Απεναντίας μετά από μια ηλικία χρειάζεται έλεγχος του θυρεοειδή με ένα απλό υπερηχογράφημα που μπορεί να δώσει σημαντικές πληροφορίες. Κι αυτό καθώς αν και οι Έλληνες διατρέχουν τον μικρότερο κίνδυνο για την ανάπτυξη καρκίνου του θυρεοειδούς, τα τελευταία χρόνια καταγράφεται σταθερή αύξηση και στη Λέσβο, κάτι που μπορούν να επιβεβαιώσουν οι ενδοκρινολόγοι του τόπου μας.

 

Νέα δεδομένα 

Νέα δεδομένα στη χειρουργική αντιμετώπιση του καρκίνου του θυρεοειδούς αδένα δημιουργούν τα συμπεράσματα επιστημονικών μελετών που παρουσιάστηκαν σε διημερίδα της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Χειρουργικής Ογκολογίας!

Το θετικό είναι ότι τον τελευταίο χρόνο αρχίζουν να υιοθετούνται στην Ελλάδα τεχνικές αφαίρεσης του θυρεοειδούς, οι οποίες ουσιαστικά προσανατολίζονται στο αμερικανικό μοντέλο που δεν προβλέπει την ολική αφαίρεση. Μέχρι τώρα στην Ελλάδα ακόμη και για τον παραμικρό καρκινικό όζο του θυρεοειδή γίνεται συνολική αφαίρεση του αδένα. Ωστόσο τον τελευταίο χρόνο στη χώρα μας χειρουργοί επικεντρώνονται στην προβληματική πλευρά (λοβός) αν οι όζοι δεν είναι διάσπαρτοι και δεν υπάρχει διήθηση στους λεμφαδένες.

Η αφαίρεση της μίας πλευράς του θυρεοειδούς κερδίζει έδαφος σε σχέση με την ολική θυρεοειδεκτομή σε χαμηλού ρίσκου καρκίνους, όπως το θηλώδες καρκίνωμα και προς τούτο ωθούν τα συμπεράσματα επιστημονικών μελετών για το θέμα.

Αν και η ολική θυρεοειδεκτομή είναι μέχρι σήμερα η θεραπεία εκλογής όταν τεθεί η διάγνωση του καρκίνου από τον χειρουργό ή τον ενδοκρινολόγο, η αφαίρεση της μιας πλευράς προτείνεται όταν ο καρκινικός όζος είναι μικρός χωρίς μεταστατικούς λεμφαδένες, ενώ ο άλλος λοβός είναι απολύτως υγιής.

Οι μελέτες αποδεικνύουν ότι η πρόγνωση όχι μόνο της 5ετούς, αλλά και της 10ετούς επιβίωσης είναι αμετάβλητη, ενώ η ποιότητα ζωής είναι καλύτερη, αφού δεν χρειάζεται η χορήγηση ορμονών υποκατάστασης.

Στα πλεονεκτήματα εντάσσονται και οι περιορισμένες επιπλοκές τόσο κατά τη διάρκεια της επέμβασης όσο και κατά το μετεγχειρητικό στάδιο.

Με την ευκαιρία να σημειώσουμε ότι στο νοσοκομείο Μυτιλήνης τα τελευταία χρόνια γίνονται χειρουργεία αφαίρεσης θυρεοειδούς με την κλασική μέθοδο της μεγάλης τομής.

 

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς

Ο καθένας μας μπορεί να έχει όζους στον θυρεοειδή αδένα και να μην το γνωρίζει, καθώς αυτό μπορεί να φανεί μόνο με τον υπέρηχο ή και με ψηλάφηση από ενδοκρινολόγο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Στην πλειονότητά τους οι όζοι δεν είναι κακοήθειες, πρέπει όμως να παρακολουθούνται κάθε 1, 2 ή 3 χρόνια (αυτό το κρίνει ο γιατρός σας) για την εξέλιξή τους. Μόνο ένα μικρό ποσοστό είναι κακοήθεις και τότε πρέπει να γίνεται η αφαίρεση του θυρεοειδούς.

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς αδένα  δεν  εμφανίζει  έντονα συμπτώματα. Συνήθως εντοπίζεται  από την παρατήρηση του ίδιου του ασθενούς που βλέπει διόγκωση στο λαιμό ή κατά τη διάρκεια κλινικής εξέτασης ρουτίνας από τον παθολόγο που εντοπίζει όζο στο θυρεοειδή αδένα.

Σε μερικούς ασθενείς προκαλεί  πόνο στο λαιμό, στη γνάθο ή στο αυτί. Όταν  η διόγκωση είναι μεγάλη, μπορεί να παρουσιαστεί δυσκολία στην κατάποση ή στην αναπνοή και βραχνάδα στη φωνή, αν ο καρκίνος πιέζει το λαρυγγικό νεύρο.

Η οποιαδήποτε παρατήρηση των παραπάνω συμπτωμάτων θα πρέπει να οδηγήσει στον ενδοκρινολόγο και εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στις κακοήθειες θεράπων ιατρός συνεχίζει να παραμένει για τον ασθενή ο ενδοκρινολόγος, ο οποίος θα αξιολογήσει την κατάσταση και θα μας συστήσει περαιτέρω έλεγχο αν κρίνει ότι είναι αναγκαίο.

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς είναι συχνότερος σε ανθρώπους με ιστορικό έκθεσης σε ακτινοβολία, σε εκείνους με οικογενειακό ιστορικό και σ’ αυτούς που είναι μεγαλύτεροι από 40 χρονών. Παρόλα αυτά, στους περισσοτέρους ασθενείς, αναπτύσσεται ο καρκίνος χωρίς εμφανή αιτιολογία.