Του Γρηγόρη Δουμούζη – Θεολόγου, MSc Θεολογίας, Κοινωνιολόγου
Ο Κύριος στο ευαγγέλιο της Κυριακής (Ιω. θ΄ 1-38) θεραπεύει τον εκ γενετής τυφλό. Κάθε θεραπεία που κάνει ο Χριστός συνοδεύεται και απ’ την πνευματική θεραπεία και το φωτισμό του θεραπευμένου. Όταν μας «αγγίζει» η χάρις του Θεού, «αγγίζει» όλη την ύπαρξή μας. Βλέπουμε στη συγκεκριμένη περικοπή ν’ αντιδρούν οι θρησκευτικοί άνθρωποι της εποχής, οι οποίοι ήταν βολεμένοι στα δικά τους δεδομένα όσον αφορά στην πνευματική ζωή. Ο Χριστός τούς ξεβολεύει, επειδή θεράπευσε ημέρα Σάββατο έναν τυφλό και, έτσι, «έσπασε» τα πλαίσια της δικής τους θρησκευτικής ζωής. Γι’ αυτό, καλούν τον τυφλό να δουν αν όντως γεννήθηκε τυφλός, αν όντως τον θεράπευσε ο Χριστός, καλούν τους γονείς του, καλούν ξανά τον ίδιο. Όλα αυτά, μιας και ο Χριστός τούς έβγαζε απ’ το νόμο και την «άρρωστη» θρησκευτική ζωή.
Όμως, αξίζει να σταθούμε στην έννοια του «φωτισμού». Έρχεται ο ίδιος ο Χριστός, χωρίς να το ζητά ο τυφλός, και τον θεραπεύει. Βάζει στα μάτια του πηλό και τον προτρέπει να πάει να πλύνει το πρόσωπό του στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Κατ’ αρχάς, βλέπουμε την προϋπόθεση που είχε ο τυφλός, ώστε να βρει τη θεραπεία του. Ποια ήταν; Η «υπακοή» σ’ αυτό που του ζήτησε ο Χριστός, χωρίς καμιά ανάλυση και εξήγηση.Αυτό που του ζήτησε ο Χριστός, ήταν κάτι όχι και τόσο λογικό: Βάζει πηλό στα μάτια του και του λέει «να πάει στην κολυμβήθρα».
Ο τυφλός, όμως, ήταν παραδομένος και αφημένος στον Χριστό. Δεν υπάρχει καμιά αντίσταση. Μπορούσε κάλλιστα να πει: «Καλά, τι μου λες τώρα;». Επομένως, το κριτήριο που δείχνει ότι έχουμε το φωτισμό του Θεού, είναι η υπακοή σ’ αυτά που μας φαίνονται παράξενα, ώστε να μπορέσουμε ν’ αφεθούμε στο θέλημά Του. Μάλιστα, αυτό δείχνει και την ταπείνωση. Ο άνθρωπος που έχει δικό του λογισμό και βεβαιότητες, αντιδρά και αντιστέκεται. Το «μυστικό» είναι να μην αντιστεκόμαστε ακόμη και στα «τρελά» του Θεού.
Απ’ την άλλη πλευρά, έχουμε τους θρησκευτικούς ανθρώπους, που μπορούμε να τους παρομοιάσουμε με τους εαυτούς μας. Τι λένε; «Είναι δυνατόν το Σάββατο να κάνεις κάτι τέτοιο; Μα, εσύ που δεν τηρείς το νόμο, τι μπορείς να μας πεις; Είναι δυνατόν άνθρωπος που δεν τηρεί το νόμο, να είναι του Θεού και, μάλιστα, να κάνει και θαύματα;». Δηλαδή, φτιάξανε μια θρησκευτικότητα, στην οποία διασφαλίζεται η σωτηρία τους με αντικειμενικά μέτρα. Έκανες αυτό, είσαι καλός χριστιανός, πας στον παράδεισο. Δεν έκανες αυτό; Δεν είσαι του Θεού. Δεν έχει σημασία, ουσιαστικά, η καρδιά μου πώς τοποθετείται απέναντι στο Θεό.
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πως δεν έχει αξία τι κάνω εξωτερικά, αλλά τι είναι εντυπωμένο μέσα στην καρδιά μου και ποιο είναι το περιεχόμενό μου. Για να επιτευχθεί αυτή η προσωπική σχέση με το Θεό, χρειάζεται να εμπιστευθώ την αγάπη Του και να μην πιστεύω στο δικό μου λογισμό και στα δικά μου μέτρα. Όσο δεν υπάρχει αυτό, τόσο θ’ αναπτύσσω μια θρησκευτικότητα που θα έχει αντικειμενικά και νοσηρά κριτήρια για το ποιος είναι «καλός» και «κακός» χριστιανός. Ποια είναι η βάση αυτού του προβλήματος; «Ο εαυτός μας και η αυτό-δικαίωσή μας». Αυτό σημαίνει: «Θέλω να στηρίζομαι στα δικά μου δεδομένα». Αυτό είναι η «τύφλωση», με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να δούμε ούτε τον εαυτό μας, ούτε τον άλλον. Ο Χριστός βλέπει ένα πράγμα: Προς τα πού στρέφω την ελευθερία μου. Όλος μας ο αγώνας δεν είναι απλώς να μπούμε σε κάποια «κουτάκια». Ο Χριστός έχει άλλα κριτήρια.
Αυτόν που εμείς θεωρούμε «αμαρτωλό», μπορεί να είναι «ενάρετος» ενώπιον του Θεού. Εμείς που φαινόμαστε «ενάρετοι», να είμαστε «αμαρτωλοί» ενώπιον του Θεού. Δεν ξέρουμε τη μετάνοια κανενός. Το θέμα είναι αν μέσα μας έχουμε αναζήτηση και πόθο για τον Χριστό. Δηλαδή, αν επιθυμούμε το φωτισμό. Τι είναι «φωτισμός»; Δεν είναι η αρετή μου, δεν είναι οι πράξεις μου και ο εαυτός μου, αλλά είναι ο Χριστός. Για να μπορέσει ο άνθρωπος να «επενδύσει» σ’ αυτή την προοπτική ζωής, χρειάζεται να πιάσει πάτο, ώστε να καταλάβει πως τίποτα δεν μπορεί να κάνει χωρίς τη χάρη του Θεού. Αυτός είναι ο «φωτισμός».
Όσο στηριζόμαστε μόνο στον εαυτό μας και στις πράξεις μας, είμαστε «τυφλοί». Γι’ αυτό, χρειάζονται οι δυσκολίες, ώστε να έρθει η στιγμή να πω: «Τέλος, παραδίδομαι στα χέρια σου Θεέ μου». Όταν συμβεί αυτό, θα ελκύσουμε τη χάρη του Θεού. Η χάρη Του πάντοτε υπάρχει. Όμως, την εμποδίζει η βεβαιότητά μας. Ο Χριστός είναι πάντα παρών. Η δική μας «τύφλωση» δεν μας επιτρέπει να Τον δούμε. Όταν στηρίζεσαι στην αρετή σου και στο νόμο, πιστεύοντας πως είσαι «εντάξει», τελείωσαν όλα.
Οπότε, η Εκκλησία μάς δείχνει την Κυριακή ότι ο Χριστός είναι το «αισθητό», αλλά πάνω απ’ όλα, και το «πνευματικό» φως. Όταν ο άνθρωπος το «γευτεί», ελευθερώνεται και ένα πράγμα ξέρει να κάνει: Να δοξάζει το Θεό και να ζητεί το φωτισμό όλων των ανθρώπων.



