Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου, 2024

Η ευθύνη της ζωής μας

Άρθρα & Δημοσιεύσεις

Τελευταία Άρθρα & Ειδήσεις

Γρηγόρης Δουμούζης – Θεολόγος, MScΘεολογίας, Φοιτητής Κοινωνιολογίας Παν. Αιγαίου 

Στο ευαγγέλιο της Κυριακής ακούμε την γνωστή σ’ όλους μας παραβολή «των ταλάντων» (Μτ. κε΄ 14-30). Ένας άνθρωπος μοίρασε τάλαντα, που είναι τα χαρίσματα, στους ανθρώπους. Ορισμένοι κατόρθωσαν και τα αύξησαν αυτά τα τάλαντα. Όμως, κάποιος, θέλοντας να προστατεύσει αυτό που είχε, αποφάσισε να το θάψει στη γη για να είναι ασφαλές. Ο άνθρωπος που του έδωσε τα τάλαντα, τον ελέγχει γι’ αυτή του την ενέργεια, διότι δεν τα αξιοποίησε με τέτοιο τρόπο ώστε να τα αυξήσει. Ο άνθρωπος δικαιολογήθηκε, λέγοντας προς τον κύριο: «Φοβήθηκα πως θα είσαι αυστηρός και θα ζητούσες παραπάνω απ’ αυτό που μπορούσα να έχω». 

Αρχικά, όπως καταλαβαίνουμε, ο άνθρωπος που δίνει τα τάλαντα, είναι ο ίδιος ο Χριστός. Ο Κύριος, λοιπόν, μας θέτει το ζήτημα της «προσωπικής μας ευθύνης». Αυτό σημαίνει πως μας δόθηκε το «δώρο» της ζωής, αλλά το ζητούμενο είναι «πώς το αξιοποιούμε». Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως η μεγαλύτερη αμαρτία είναι το να μην αναλαμβάνουμε την ευθύνη της ζωής μας και να μην αξιοποιούμε αυτά που μας έδωσε ο Θεός. Ταυτόχρονα, μεγαλύτερη πτώση είναι να βρίσκουμε ως αιτία γι’ αυτό, την σκληρότητα του Θεού. Ουσιαστικά, τι κάνουμε; Την «αγαθότητα» και το «δόσιμο» του Θεού, που δίνει σε όλους ανεξαιρέτως, εμείς τα μεταφράζουμε ως «σκληρότητα». 

Αυτό σημαίνει έλλειψη εμπιστοσύνης στην αγάπη του Θεού. Τον βλέπω ως «κριτή» και όχι ως «πατέρα» που έρχεται να μου δώσει την αγάπη και τη χάρη Του. Ένα μεγάλο, επομένως, πρόβλημα της πνευματικής ζωής, αλλά και γενικότερα, είναι η «ραθυμία». Η απουσία διάθεσης ζωής. Αυτό δεν είναι απλώς η διάθεσή μου να είμαι δημιουργικός, αλλά, πρωτίστως, σημαίνει το σεβασμό της καρδιάς μου. Πιστεύω στην αξία που μου έδωσε ο Κύριος, πιστεύω στα «δώρα» που μου έδωσε, αλλά, κυρίως, πιστεύω στον προορισμό μου, που είναι να «γεύομαι» την αγάπη Του.

Μη νομίζουμε πως η αμαρτία είναι μια «ηθική πτώση». Ίσως μας βολεύει να είναι έτσι. Χειρότερη αμαρτία είναι η «ακύρωση της ύπαρξής μου». Να αρνηθώ το λόγο για τον οποίο υπάρχω. Όμως, αυτό δεν είναι κάτι αφηρημένο. Είναι κάτι που «αγγίζει» την καθημερινότητά μας. Πώς συμβαίνει αυτό; Όταν υπηρετούμε το θέλημα του Θεού. Ποιο είναι το θέλημα του Κυρίου; Είναι «θέλημα αγάπης». Δηλαδή, τα χαρίσματα που έχουμε δε μας δόθηκαν για να υπηρετούμε τον ναρκισσισμό μας και να δοξάζουμε τον εαυτό μας, αλλά μας δόθηκαν για να υπηρετούμε το λόγο του Θεού που είναι η αγάπη.

Άρα, λοιπόν, έχουμε ευθύνη. Αυτό είναι ένα σύμπτωμα της εποχής μας: προσπαθούμε όλο και λιγότερο ο καθένας και, ταυτόχρονα, απαιτούμε όλο και περισσότερα. Μάλιστα, η βάση αυτού είναι το «κλείσιμο» στον εαυτό μας. Ο Κύριος, όμως, μας προτείνει κάτι άλλο: μας λέει πως η αληθινή ζωή είναι η «έξοδος απ’ τον εαυτό μας», είναι το «άφημά» μας στην αγάπη Του, είναι η αναζήτηση του Θεού που Τον βρίσκουμε στο πρόσωπο του αδελφού μας. Απλά πράγματα.

Δεν έχουμε καταλάβει πως στην πνευματική ζωή δε ζούμε για να «καλοπερνάμε», αλλά η ζωή μας είναι ένας συνεχής «θάνατος» και μια συνεχής «ανάσταση», ώστε να συναντούμε την όντως ζωή. Γι’ αυτό, η ανάσταση του Χριστού είναι μια βαθιά μεταμόρφωση της ζωής που δεν γνωρίζει θάνατο. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που αναγράφεται στην είσοδο ενός κελιού στο Άγιο Όρος: «Αν πεθάνεις πριν πεθάνεις, δε θα πεθάνεις όταν πεθάνεις».

Το θέμα, άρα, δεν είναι «ηθικό», δηλαδή αν θα γίνουμε «καλοί» ή «κακοί», αλλά αν είμαστε «ζωντανοί» ή «πεθαμένοι». Αν έχουμε ζωή και αν νικήθηκε ο θάνατος μέσα μας. Αν είδαμε το Θεό. Το κάθε χάρισμα που έχει ο καθένας μας, μικρό ή μεγάλο, υπηρετεί αυτή την αναζήτηση: να γίνει ορατός ο Θεός στη ζωή μας. Ο Θεός γίνεται ορατός όταν Τον ζητάμε προσωπικά, αλλά και μέσα απ’ τον τρόπο που τοποθετούμαστε ενώπιον της ζωής και του αδελφού μας. 

Επίσης, αναφέρει η παραβολή: «Δόθηκε στον καθένα ανάλογα με τη δύναμη και τη δεκτικότητά του». Γιατί αυτό; Διότι σε κάποιον το μεγάλο χάρισμα μπορεί να κάνει κακό. Άρα, στον καθένα ο Θεός δίνει αυτό που έχει ανάγκη. Αυτή η «αρρώστια» που έχουμε να συγκρινόμαστε μεταξύ μας, ποιος έχει παραπάνω και ποιος λιγότερα, είναι μια φοβερή κατάντια. Είναι κατάντια γιατί νομίσαμε πως ο άλλος είναι κάποιος μακριά από εμάς. Δεν καταλάβαμε πως όλοι μας αποτελούμε «μέλη» ενός «σώματος», του Σώματος του Χριστού. Όταν πάσχει ένα μέλος, πάσχουν όλα τα μέλη.

Επομένως, δεν ανταγωνίζομαι το άλλο «μέλος» μου αν έχει κάτι παραπάνω από μένα. Αντιθέτως, είναι η χαρά μου να με ξεπερνάει. Αυτό είναι «ταπείνωση» και «ελευθερία». Η «πνευματική ελευθερία» είναι άλλου είδους. Με μια «ψυχολογική» προσέγγιση μπορεί να πει κάποιος: «Έχεις χαρίσματα και μ’ αυτά να ασχοληθείς». Η «πνευματική» προσέγγιση λέει κάτι άλλο, αφού βασίζεται σ’ ένα οντολογικό πλαίσιο: «Δε ζηλεύω τον άλλον, δεν συγκρίνομαι μαζί του, γιατί ο άλλος είναι η ζωή μου. Δεν είναι κάτι ξεχωριστό. Αποτελούμε μέλη του ίδιου σώματος και έχουμε την ίδια αξία».

Άλλωστε, γι’ αυτό έχουμε τη Θεία Λειτουργία. Γι’ αυτό κοινωνούμε το ίδιο Σώμα και Αίμα. Και οι λιγότερο άξιοι και οι περισσότερο. Και οι ασθενείς και οι υγιείς. Και οι μορφωμένοι και οι αμόρφωτοι. Δεν υπάρχουν αυτές οι διακρίσεις. Είμαστε όλοι «μέλη» του ίδιου Σώματος. Οτιδήποτε άλλο είναι προσβολή αυτού του γεγονότος, γιατί «κλειστήκαμε» στην ατομικότητά μας και, έτσι, φοβόμαστε τον κόπο και το προσωπικό κόστος. 

Γι’ αυτό, ψάχνουμε μια δική μας αυτό-δικαίωση, με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε στη μιζέρια και στη ραθυμία. Μη ξεχνάμε πως, δυστυχώς, το πρόβλημα της «βλασφημίας» είναι, κυρίως, εσωτερικό πρόβλημα της Εκκλησίας. Εντός της συντελείται η μεγάλη βλασφημία. Εντός της συντελείται η μεγάλη διαίρεση. Η άρνηση του τρόπου, του κοινού τρόπου είναι η μόνη θανάσιμη αμαρτία.

Εν κατακλείδι, αξίζει να τονιστεί το εξής: Το πρόβλημα δε λύνεται απλώς εξωτερικά, αλλά λύνεται όταν βρω την αιτία που είμαι ράθυμος. Η αιτία είναι ότι δεν βρήκα το λόγο ζωής και ύπαρξής μου, δηλαδή, τον Χριστό. Μόνο έτσι θα σεβαστώ την κάθε ετερότητα, τον κάθε συνάνθρωπό μου και το χάρισμα που έχει, ακόμη και αν είναι παραπάνω από εμένα.

spot_img

More articles