Οι περισσότεροι Έλληνες αναγνώστες θυμούνται τα Δράσις, Μάχη, Πόλεμος, Έφοδος, Κράνος και Τανκς ως φθηνά περιοδικά γεμάτα αερομαχίες, μάχες αρμάτων, κομάντος, μυστικούς πράκτορες και τολμηρές στρατιωτικές αποστολές. Για μια ολόκληρη γενιά παιδιών που μεγάλωσε τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, τα περιοδικά αυτά ήταν κάτι πολύ περισσότερο από απλή ψυχαγωγία. Ήταν ένα εβδομαδιαίο ραντεβού στο περίπτερο της γειτονιάς, μια αφορμή για ανταλλαγές τευχών με φίλους και μια πύλη σε έναν κόσμο περιπέτειας, ηρωισμού και ιστορίας.
Μια προσεκτικότερη ματιά, ωστόσο, αποκαλύπτει μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα ιστορία. Τα κόμικς αυτά δεν ήταν αρχικά ελληνικές δημιουργίες. Το μεγαλύτερο μέρος του υλικού τους προερχόταν από τη μεταπολεμική βρετανική βιομηχανία κόμικς, κυρίως από εκδοτικούς κολοσσούς, όπως οι Fleetway, IPC και D.C. Thomson. Μέσα από αυτές τις εκδόσεις, γενιές Ελλήνων αναγνωστών γνώρισαν, χωρίς ίσως να το συνειδητοποιούν, μία από τις σημαντικότερες παραδόσεις στην ιστορία των ευρωπαϊκών κόμικς.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι ανάμεσα σε ιστορίες με Spitfire, υποβρύχια, κομάντος και τεθωρακισμένες μεραρχίες, κρύβονταν δεκάδες αφηγήσεις που διαδραματίζονταν στην ίδια την Ελλάδα. Η Κρήτη, η Θεσσαλία, η Ελληνική Αντίσταση και η γερμανική κατοχή αποτέλεσαν επανειλημμένα σκηνικά βρετανικών πολεμικών ιστοριών που έφτασαν τελικά στα χέρια χιλιάδων Ελλήνων αναγνωστών.
Η γέννηση των πολεμικών κόμικς στην Ελλάδα
Η ελληνική ιστορία των πολεμικών κόμικς ξεκινά το 1969.
Την εποχή εκείνη, δύο εκδότες επρόκειτο να διαμορφώσουν ένα ολόκληρο κεφάλαιο της ελληνικής λαϊκής κουλτούρας: ο Θεοφάνης Πάγκαλος των Εκδόσεων ΤΕΟ και ο Γεώργιος Δραγούνης της Πηδάλιο Πρες.
Στη Βρετανία, τα πολεμικά κόμικς γνώριζαν ήδη τεράστια επιτυχία. Οι ρίζες τους βρίσκονταν στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, όταν οι μνήμες του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου ήταν ακόμη νωπές και πολλοί από τους συγγραφείς και τους σχεδιαστές τους είχαν συμμετάσχει οι ίδιοι στον πόλεμο.
Αναγνωρίζοντας τις δυνατότητες του είδους, ο Πάγκαλος ταξίδεψε στη Βρετανία και εξασφάλισε τα δικαιώματα δημοσίευσης βρετανικών πολεμικών ιστοριών. Στις 17 Απριλίου 1969, το πρώτο τεύχος του Δράσις έκανε την εμφάνισή του στα ελληνικά περίπτερα. Με εξήντα οκτώ σελίδες γεμάτες ιστορίες, διαγωνισμούς, επιστολές αναγνωστών και δώρα, το περιοδικό βρήκε αμέσως θερμή ανταπόκριση.


Λίγους μήνες αργότερα, στις 20 Σεπτεμβρίου 1969, κυκλοφόρησε η πρώτη Μάχη, η οποία έγινε το μηνιαίο συμπλήρωμα του Δράσις.
Η επιτυχία δεν πέρασε απαρατήρητη. Ο Γεώργιος Δραγούνης μπήκε δυναμικά στην αγορά και στις 17 Δεκεμβρίου 1969 κυκλοφόρησε το πρώτο Κράνος. Ακολούθησαν το Τανκς στις 17 Δεκεμβρίου 1971, ο Πόλεμος στις 20 Ιουλίου 1972 και η Έφοδος στις 20 Ιουλίου 1975.
Μαζί, αυτοί οι έξι τίτλοι κυριάρχησαν στην ελληνική αγορά πολεμικών κόμικς για περισσότερα από είκοσι χρόνια.
Η Ελλάδα ως πεδίο μάχης
Ανάμεσα στις εκατοντάδες ιστορίες που δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά αυτά, ένας αξιοσημείωτος αριθμός διαδραματιζόταν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.
Τεύχη, όπως Οι Δύο Κατάσκοποι, Επιδρομή στον Τύρναβο, Αποστολή στην Ελλάδα, Σαμποτέρ στην Ελλάδα και Οι Φλεγόμενοι Ελληνικοί Ουρανοί αποκαλύπτουν πόσο συχνά οι Βρετανοί δημιουργοί επέστρεφαν στο ελληνικό μέτωπο.

Η Ελλάδα δεν παρουσιάζεται απλώς ως ένα εξωτικό μεσογειακό τοπίο. Αντίθετα, εμφανίζεται ως ενεργό θέατρο πολέμου όπου εκτυλίσσονται επιχειρήσεις κατασκοπείας, σαμποτάζ, αντίστασης και στρατιωτικών συγκρούσεων.
Τα βουνά της Κρήτης, οι πεδιάδες της Θεσσαλίας, τα απομονωμένα νησιά και τα κατεχόμενα χωριά προσέφεραν ιδανικά σκηνικά για δραματικές πολεμικές αφηγήσεις.
Μέσα από αυτές τις ιστορίες, οι Βρετανοί αναγνώστες γνώρισαν Έλληνες αντιστασιακούς, συμμαχικούς πράκτορες και απλούς ανθρώπους που αγωνίζονταν κάτω από τις σκληρές συνθήκες της κατοχής.
Οι ήρωες που σημάδεψαν μια γενιά
Παρότι πολλές ιστορίες ήταν αυτοτελείς, ορισμένοι χαρακτήρες επανεμφανίζονταν τόσο συχνά ώστε έγιναν θρύλοι για τους Έλληνες αναγνώστες.
Ανάμεσα στους πιο αγαπημένους ήταν ο Butler Britton, ο ατρόμητος πιλότος της RAF, ο JoeIronside, ο σκληροτράχηλος Αμερικανός πεζικάριος, και ο Matt Maddock, ο Βρετανός αξιωματικός των κομάντος που ηγείτο πολυεθνικών ομάδων ειδικών αποστολών.
Για τους αναγνώστες της Μάχης, ο JoeIronside και ο Matt Maddock ήταν σχεδόν μόνιμοι σύντροφοι. Οι τόμοι του περιοδικού βασίζονταν στις περιπέτειές τους, εναλλάσσοντας κάθε μήνα τον κεντρικό πρωταγωνιστή.
Το Κράνος ανέπτυξε επίσης τους δικούς του αγαπημένους ήρωες, όπως τον Λοχία Γκάρι και τους Πέντε Άσσους, που έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς στο ελληνικό κοινό.
Για πολλά παιδιά της εποχής, οι ήρωες αυτοί ήταν εξίσου αναγνωρίσιμοι με τον Superman, τον Batman ή τον Spider-Man.
Αναγνωρίζοντας τη βρετανική προέλευση μέσα από το σχέδιο
Ακόμη και χωρίς τους τίτλους ή τα μεταφρασμένα κείμενα, το ίδιο το σχέδιο προδίδει τη βρετανική προέλευση των ιστοριών.
Η έντονη χρήση σκιάσεων, οι εκτεταμένες διαγραμμίσεις, οι κινηματογραφικές γωνίες λήψης και η εμμονή στη λεπτομέρεια δημιουργούν μια οπτική γλώσσα εντελώς διαφορετική από τα αμερικανικά υπερηρωικά κόμικς ή τα γαλλοβελγικά άλμπουμ.
Οι δημιουργοί απέδιδαν με αξιοθαύμαστη ακρίβεια στολές, αεροσκάφη, άρματα μάχης, πολεμικά πλοία και οπλικά συστήματα. Η ιστορική αυθεντικότητα αποτελούσε βασικό χαρακτηριστικό του είδους.
Οι καλλιτέχνες πίσω από το ύφος
Το καλλιτεχνικό ύφος που συναντά κανείς σε πολλά τεύχη του Δράσις θυμίζει το έργο μερικών από τους σημαντικότερους δημιουργούς των βρετανικών πολεμικών κόμικς, όπως οι Geoff Campion, Mike Western, José Ortiz, Ramóndela Fuente και Ian Kennedy και o πολύ γνωστός ισπανός Jerdi Penalva.

Παρότι η οριστική ταυτοποίηση απαιτεί σύγκριση με τα πρωτότυπα βρετανικά περιοδικά, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα ότι μεγάλο μέρος του υλικού που δημοσιεύθηκε στην Ελλάδα προήλθε από τη βρετανική βιομηχανία πολεμικών κόμικς των δεκαετιών του 1950 και του 1960.
Από τα φιλμ στα ελληνικά περίπτερα
Μία από τις λιγότερο γνωστές πτυχές αυτών των εκδόσεων αφορά τον τρόπο με τον οποίο έφταναν στην Ελλάδα.
Οι ιστορίες έρχονταν αεροπορικώς σε μορφή φιλμ. Στη συνέχεια έπρεπε να γίνει εμφάνιση, μετάφραση των κειμένων, τοποθέτηση των ελληνικών διαλόγων και προετοιμασία για εκτύπωση. Η διαδικασία ήταν χρονοβόρα και δαπανηρή. Όταν υπήρχαν καθυστερήσεις στην παραλαβή νέου υλικού, οι εκδότες συχνά αναγκάζονταν να επαναδημοσιεύσουν παλαιότερες ιστορίες για να διατηρήσουν τη συχνότητα κυκλοφορίας των περιοδικών. Έτσι εξηγούνται πολλές από τις επαναλήψεις ιστοριών που θυμούνται ακόμη και σήμερα οι παλαιοί αναγνώστες.
Χαμένοι στη μετάφραση
Η μεταφραστική διαδικασία παρήγαγε και ορισμένες αξιομνημόνευτες ιδιαιτερότητες. Στα πρώτα χρόνια οι μεταφράσεις ήταν συνήθως ιδιαίτερα προσεγμένες. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, ορισμένοι μεταφραστές δεν διέθεταν εξοικείωση με τη στρατιωτική ορολογία. Έτσι εμφανίστηκαν μικρά, αλλά ενδιαφέροντα λάθη. Αεροπορικές μοίρες μετατρέπονταν σε «σμήνη», ναυτικοί βαθμοί αποδίδονταν λανθασμένα και στρατιωτικοί σχηματισμοί συγχέονταν μεταξύ τους. Σήμερα αυτά τα λάθη αποτελούν μέρος της συλλεκτικής παράδοσης των ελληνικών πολεμικών κόμικς και συζητούνται συχνά από παλιούς αναγνώστες και ερευνητές.
Το τέλος μιας εποχής
Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 η αγορά άρχισε να αλλάζει.
Η τηλεόραση επεκτεινόταν, νέες μορφές ψυχαγωγίας εμφανίζονταν και οι αναγνωστικές συνήθειες μεταβάλλονταν. Οι εκδόσεις του Δραγούνη σταμάτησαν αιφνιδίως το 1985. Το Κράνος ολοκλήρωσε την πορεία του στο τεύχος 808 και το Τανκς στο τεύχος 704. Αργότερα κυκλοφόρησαν τόμοι που συνδύαζαν παλαιότερο υλικό χωρίς σταθερή αρίθμηση, γεγονός που δημιούργησε μεγάλη σύγχυση στους συλλέκτες. Οι τελευταίες πολεμικές εκδόσεις του Δραγούνη εξαφανίστηκαν οριστικά το 1989. Το Δράσις και η Μάχη άντεξαν λίγο περισσότερο. Το φθινόπωρο του 1991 ολοκλήρωσαν και αυτά τον κύκλο τους, με το Δράσις να φτάνει τα 1.176 τεύχη και τη Μάχη τους 230 τόμους.
Έτσι έκλεισε ένας εκδοτικός κύκλος είκοσι δύο ετών που σημάδεψε τη νεανική ηλικία χιλιάδων Ελλήνων.
Ένα προσωπικό ταξίδι στη μνήμη
Για μένα, αυτή η έρευνα δεν ξεκίνησε σε κάποιο πανεπιστημιακό αρχείο ή βιβλιοθήκη, αλλά μέσα από οικογενειακές αναμνήσεις και τα παλαιοβιβλιοπωλεία της Αθήνας.
Μερικά από τα κόμικς προέρχονταν από ένα ντουλάπι στο σπίτι της γιαγιάς μου. Ανάμεσα σε παλιά περιοδικά, φωτογραφίες και ξεχασμένα αντικείμενα βρίσκονταν δεκάδες κιτρινισμένα τεύχη που κάποτε ανήκαν στον πατέρα και στον θείο μου. Ως παιδιά τα διάβαζαν με λαχτάρα, χωρίς ποτέ να φανταστούν ότι δεκαετίες αργότερα κάποιος θα τα μελετούσε ως ιστορικές πηγές.
Άλλα τεύχη προστέθηκαν στη συλλογή μου μέσα από αμέτρητες βόλτες στο Μοναστηράκι. Ψάχνοντας σε παλαιοβιβλιοπωλεία, πάγκους και κουτιά γεμάτα ξεχασμένα περιοδικά, ανακάλυπτα σπάνια τεύχη που σταδιακά μετέτρεψαν μια παιδική περιέργεια σε ένα πραγματικό ερευνητικό εγχείρημα.
Και τότε ήρθε η μεγάλη ανακάλυψη. Μέσα στις ιστορίες αερομαχιών και στρατιωτικών επιχειρήσεων κρύβονταν αφηγήσεις που εκτυλίσσονταν σε μέρη που γνώριζα καλά: Στην Κρήτη, στη Θεσσαλία και στην κατεχόμενη Ελλάδα.
Ξαφνικά αυτά τα παλιά περιοδικά έπαψαν να είναι απλώς αναμνήσεις μιας άλλης εποχής. Έγιναν καθρέφτες της ελληνικής ιστορίας μέσα από τα μάτια Βρετανών δημιουργών.
Η ιστορία των βρετανικών πολεμικών κόμικς δεν είναι απλώς μια ιστορία για Spitfire, άρματα μάχης και κομάντος. Είναι επίσης μια ιστορία ελληνικών χωριών, Κρητών αντιστασιακών, συμμαχικών πρακτόρων και απλών ανθρώπων που βρέθηκαν στη δίνη του πολέμου.
Μέσα από τα Δράσις, Μάχη, Κράνος, Τανκς, Πόλεμος και Έφοδος, αυτές οι αφηγήσεις έφτασαν σε γενιές Ελλήνων αναγνωστών και δημιούργησαν μια απρόσμενη πολιτιστική γέφυρα ανάμεσα στη βρετανική βιομηχανία κόμικς και τη συλλογική μνήμη της Ελλάδας για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Για τους ιστορικούς, τους συλλέκτες και τους φίλους των κόμικς, η εξερεύνηση αυτών των ξεχασμένων συνδέσεων ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία των ευρωπαϊκών κόμικς – ένα κεφάλαιο όπου η Ελλάδα δεν αποτελεί υποσημείωση, αλλά ουσιαστικό μέρος της ίδιας της ιστορίας.




