Στις 26.09.1878 ο Γρηγόριος Νικολάου Βερναρδάκης, ηλικίας τότε 30 ετών, λαμβάνει πρόσκληση από τον Dr. Grumme, για να συμμετάσχει στο Συνέδριο των Γερμανών Φιλολόγων με μία διάλεξη σχετικά με χειρόγραφα που ανακάλυψε κατά την επιστημονική του έρευνα στην ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Θεοβάδιστο όρος Σινά (βλ. φωτογραφία: γερμανιστί). Το Συνέδριο έλαβε χώρα στη Γέρα της Θουριγγίας, από τις 30.09.1878 ως τις 03.10.1878 και οι εισηγήσεις των ομιλητών τού Συνεδρίου δημοσιεύθηκαν στον διάσημο εκδοτικό οίκο B. G. Teubner της Λειψίας. Η πρόσκληση απεστάλη στη διεύθυνση του Γρηγ. Βερναρδάκη στη Λειψία, όπου διέμενε την εποχή εκείνη, λόγω ευρύτερων σπουδών στη Λειψία και στο Βερολίνο.
Η ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης στους πρόποδες του Αγίου και Θεοβαδίστου όρους Σινά (βλ. φωτογραφία) θεωρείται ως η παλαιότερη χριστιανική μονή στον κόσμο και είναι Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO – το όρος Σινά, στην ομώνυμη χερσόνησο της Αιγύπτου, χαρακτηρίζεται ως Άγιο και Θεοβάδιστο, διότι, σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, ο Μωυσής παρέλαβε εκεί τις 10 εντολές από τον Θεό.
Ο Γρηγόριος Βερναρδάκης μίλησε για την περίφημη Σιναϊτική Βιβλιοθήκη, που είχε επισκεφθεί, για τις κρύπτες της και για τους παπύρους της. Ο λόγος του παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον και είχε τεράστια απήχηση, κυρίως γιατί, κατά την επίσκεψή του στη μονή Αγίας Αικατερίνης στο όρος Σινά, ανακάλυψε σε πολλά φύλλα παπύρου, που συμπιεσμένα, όπως ήταν, αποτελούσαν το πρόχειρο δέσιμο ενός χειρογράφου, ελληνικά σχόλια αγνώστου λογίου, που αφορούσαν κάποιο σύγγραμμα του μεγάλου νομοδιδασκάλου Ουλπιανού, που ήκμασε στα χρόνια του αυτοκράτορα Σευήρου, γύρω στα 200 μ.Χ. Τα σχόλια αυτά, που φέρνουν στη Νομική επιστήμη το όνομα «Fragmenta Sinaitica» ή «Scholia Sinaitica», περιέχουν σπουδαιότατες πληροφορίες για πολλούς θεσμούς του Οικογενειακού δικαίου. Ο Γρηγόριος Βερναρδάκης επέφερε σ’ αυτά πολλές διορθώσεις κι αποκατέστησε σε πολλά σημεία το κείμενο, που είχε υποστεί μεγάλη φθορά από την πολυκαιρία και τη συμπίεση των παπύρων. Σ᾽ ένα πολυσέλιδο βιβλίο του ο επιφανής Γάλλος νομομαθής και ελληνιστής Rodolphe Dareste υπογραμμίζει την τεράστια σημασία, που είχε για την ιστορία του Ρωμαϊκού δικαίου η ανακάλυψη του Γρηγορίου Βερναρδάκη.
Η ομιλία του Γρηγορίου Ν. Βερναρδάκη έχει ως εξής (η μετάφραση από τα Γερμανικά έγινε από τον υποφαινόμενο): «Στη συνέχεια ο Δρ. Γ. Βερναρδάκης από την Αθήνα παίρνει το λόγο στην διάλεξη που ακολουθεί:
Εκλεκτή ομήγυρη! Θα σας κάνω κοινωνούς σε μια σύντομη ομιλία σχετικά με μια ανακάλυψη, τη σημασία της οποίας ελπίζω να εκτιμήσετε δεόντως. Η ανακάλυψη αυτή αφορά το όρος Σινά και συγκεκριμένα τη βιβλιοθήκη της μονής. Επισκέφτηκα το όρος Σινά δύο φορές, για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1874, μένοντας για σαράντα μέρες στο μοναστήρι του Σινά, ουσιαστικά για να ερευνήσω τη βιβλιοθήκη εκεί. Για δεύτερη φορά το 1875, όταν με προσκάλεσε ο Σεβασμιότατος Αρχιεπίσκοπος του Σινά, Καλλίστρατος, να υποδεχτώ και να συνοδεύσω την Αυτού Υψηλότητα τον Πρίγκιπα Αρθούρο της Αγγλίας, δείχνοντάς του όλα τα αξιοθέατα, τόσο του μοναστηριού όσο και του ιερού περιβάλλοντος.
Το μοναστήρι ιδρύθηκε στα μέσα του έκτου αιώνα από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, ο οποίος του χάρισε πολλά προνόμια και έσοδα. Μόνο ο τοίχος στο μεγαλύτερο μέρος του, η εκκλησία και μερικά παρεκκλήσια έχουν σωθεί από εκείνη την εποχή. Όλα τα άλλα μέρη, π.χ. τα κελιά, οι ξενώνες και άλλα δωμάτια που προορίζονται για άλλες χρήσεις, έχουν ανακαινιστεί πολλές φορές και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να ανακαινίζονται, ανάλογα με τις ανάγκες της μονής.
Αλλά αυτοί οι νέοι όροφοι δεν έχουν όλοι το ίδιο ύψος, άλλοι είναι ψηλότεροι, άλλοι χαμηλότεροι, π.χ. τα δωμάτια είναι ψηλότερα από τους άλλους χώρους. Τρία από τα δωμάτια του ισογείου προορίζονται κυρίως για τη διατήρηση βιβλίων. Δεν υπάρχει ακόμη ειδικό κτίριο αποκλειστικά για τη βιβλιοθήκη. – Τα περισσότερα βιβλία είναι τυπωμένα, μόνο λίγα είναι χειρόγραφα. Πολλά από τα χειρόγραφα έχουν κλαπεί, γιατί οι μοναχοί, με σπάνια και εξαιρετική φιλοξενία και με απεριόριστη εμπιστοσύνη στους αγνώστους που επισκέπτονταν το μοναστήρι, τούς έδειχναν τα χειρόγραφα μαζί με τους θησαυρούς και τα κοσμήματα και επέτρεπαν σε όλους τους επισκέπτες να τα χρησιμοποιούν ελεύθερα. Μερικοί από αυτούς, εκμεταλλευόμενοι την εμπιστοσύνη τών μοναχών, έκοβαν τα φύλλα διαφόρων χειρογράφων και συχνά έπαιρναν κρυφά και ολόκληρα πολύτιμα χειρόγραφα μαζί τους. Όμως, από τότε που ο καθηγητής Tischendorf κατάφερε να πάρει τον περίφημο Σιναϊτικό Κώδικα, οι μοναχοί άρχισαν να μετρούν τις σελίδες των βιβλίων και γενικά να αντιμετωπίζουν τους ξένους με κάποια δυσπιστία, τουλάχιστον όσον αφορά τη χρήση των χειρογράφων. Τα χειρόγραφα είναι περίπου δύο χιλιάδες, από τα οποία έχω παραθέσει μερικά, τα περισσότερα είναι ελληνικά, τα άλλα είναι αραβικά, συριακά, κοπτικά, σλαβικά και αρμενικά. – Αξίζει τον κόπο να σας δώσω κάπως περισσότερες λεπτομέρειες για την προέλευση ορισμένων χειρογράφων εδώ. O C o d e x S i n a i t i c u s και κάποια άλλα πολύτιμα χειρόγραφα εκκλησιαστικού περιεχομένου μαζί με άλλους θησαυρούς είχαν βρεθεί λίγο πριν την άφιξη του Tischendorf σε ένα κρυφό, υπόγειο μέρος, τη λεγόμενη Κρύπτη. Οι μοναχοί του Σινά, που παλαιότερα είχαν εκτεθεί σε επιδρομές από τις αραβικές φυλές, είχαν χτίσει με σύνεση τέτοιες κρύπτες στις οποίες μπορούσαν να εναποθέσουν τα κοσμήματα και τους θησαυρούς τους, συμπεριλαμβανομένων των πιο πολύτιμων χειρογράφων. Πολλές από αυτές τις κρύπτες τις γνωρίζει ο εκάστοτε ταμίας, ο επονομαζόμενος Σκευοφύλαξ, ο οποίος μέχρι σήμερα κρύβει μέσα τους τα πιο πολύτιμα κοσμήματα της μονής, από τα οποία μόνο λίγα δείχνει σε αγνώστους. Το έθιμο αυτό υπάρχει εδώ και πολύ καιρό. Επιπλέον, ο Σκευοφύλαξ δεσμεύεται με όρκο να μην αποκαλύψει αυτές τις κρύπτες σε κανέναν, ούτε καν στον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο. Μόνο ο υφιστάμενός του, ο λεγόμενος Υποτακτικός, που τον διαδέχεται στο αξίωμα, δείχνει στην αρχή μόνο ελάχιστες και όχι ενδιαφέρουσες κρύπτες και όταν νιώθει ότι πλησιάζει το τέλος του, αποκαλύπτει και τις άλλες, που είναι σημαντικότερες. Επειδή όμως μερικές φορές συμβαίνει ο Σκευοφύλακας να πεθάνει ξαφνικά ή να μην μπορεί να αποκαλύψει αυτές τις κρύπτες στον διάδοχό του, μερικές από αυτές κατά πάσα πιθανότητα παρέμειναν άγνωστες. Τουλάχιστον πριν από λίγο καιρό, εκείνη η κρύπτη για την οποία μίλησα παραπάνω ανακαλύφθηκε κοντά στην είσοδο της εκκλησίας. Κατά τη γνώμη μου, είναι πολύ πιθανό ότι και άλλα χειρόγραφα θα μπορούσαν να κρύβονται κάπου σε μια κρύπτη. Το μοναστήρι χτίστηκε και επιπλώθηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό στα μέσα του έκτου αιώνα. Οι μοναχοί των πρώτων ημερών, όσο ανίδεοι κι αν τους φανταζόμαστε, πρέπει να είχαν τουλάχιστον τα απαραίτητα για το επάγγελμά τους βιβλία, ίσως και κάποια βιβλία λατρείας. Τι έγιναν λοιπόν αυτά τα παλιά βιβλία, που χρονολογούνται το πολύ από τον έκτο αιώνα; Πρέπει να υποθέσουμε ότι όλα αυτά τα βιβλία, με εξαίρεση μερικά απομεινάρια, έχουν καταστραφεί; Λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τείνω να πιστεύω ότι ορισμένα από αυτά τα βιβλία πρέπει όντως να έχουν κατατεθεί σε κάποια κρύπτη, η οποία θα είναι πολύ δύσκολο να ανακαλυφθεί στις μέρες μας, διότι εντός των τοίχων της μονής, ιδίως στα κελιά των μοναχών και στους ξενώνες, έγιναν πολλές βελτιώσεις στο παρελθόν και γίνονται ακόμη, ώστε μόνο τα θεμέλια αυτών των τελευταίων κτισμάτων είναι παλιά. Επίσης οι εγκαταστάσεις τους είναι πολύ διαφορετικές από τις παλιές. Αντίστοιχα, όποιος θέλει να ανακαλύψει κάτι πρέπει να καταστρέψει ένα μεγάλο μέρος του εσωτερικού του μοναστηριού. Αυτά εν συντομία. Οι πληροφορίες για τις κρύπτες είναι μάλλον αρκετές. Ίσως όμως να υπάρχει ένας συντομότερος τρόπος για να ανακαλυφθούν αρχαία χειρόγραφα. Όταν ταξίδεψα στο Σινά, οι μοναχοί μου έδειξαν, εκτός από τα άλλα αξιοθέατα, έναν πάπυρο, ο οποίος χρησίμευε ως εξώφυλλο βιβλίου. Αυτό το εξώφυλλο, σε μορφή οκτάβας, αποτελούνταν από πολλά φύλλα παπύρου κολλημένα μεταξύ τους για να σχηματίσουν ένα είδος σανίδας. Έμοιαζε πολύ με τους πίνακες που οι παλιοί βιβλιοδέτες, πριν την εφεύρεση του συνηθισμένου χαρτιού, αναγκάζονταν να χρησιμοποιούν αντί για τα σημερινά κουτιά. Αφού κοίταξα προσεκτικά αυτόν τον πάπυρο-σανίδα, ρώτησα τους μοναχούς πού τον βρήκαν. Με πληροφόρησαν ότι βρέθηκε σε ένα Κοπτικό Βιβλίο Ψαλμών. Μετά από αυτό ζήτησα την άδεια να χαλαρώσω αυτά τα κολλημένα φύλλα παπύρου. Έχοντας λάβει άδεια, σίγουρα δεν χρησιμοποίησα τα μέσα που θα χρησιμοποιούσε ένας έμπειρος χημικός. Και επιπλέον, τα φύλλα του παπύρου ήταν τόσο σφιχτά κολλημένα μεταξύ τους, που μετά βίας μπορούσα να ξεκολλήσω ένα ή δύο φύλλα, αν και είχαν μείνει στο νερό για πολλές ώρες. Έπρεπε λοιπόν να ξαναβάλω τον πάπυρο σε χλιαρό νερό. Μετά από πολλές προσπάθειες κατάφερα να ξεκολλήσω μερικά φύλλα, τα οποία μετά στερεώσαμε σε μακριές σανίδες. Έχω αντιγράψει τα περισσότερα από αυτά τα κομμάτια παπύρου και θα σας δείξω το αντίγραφο. Όλα αυτά φυσικά μου δημιούργησαν τις εξής σκέψεις. Πρώτον, ότι οι ανειδίκευτοι βιβλιοδέτες εκείνης της εποχής, ίσως λόγω έλλειψης σανίδων ή άλλων βιβλιοδεσιών, μερικές φορές χρησιμοποιούσαν επίσης υπάρχοντα κομμάτια παπύρου για να δέσουν τα βιβλία. ιδιαίτερα καθώς είναι γνωστό ότι η αξία και η σημασία του παπύρου είχε μειωθεί κάπως μετά την εφεύρεση και τη διάδοση της περγαμηνής. Δεύτερον, ότι τέτοια κομμάτια παπύρου, κολλημένα μεταξύ τους τόσο σφιχτά που δύσκολα διακρίνονταν από λεπτούς πίνακες, πρέπει να υπάρχουν και σε άλλα χειρόγραφα. Αυτό μου φάνηκε πολύ πιο πιθανό, αφού μετά την εφεύρεση του χαρτιού, αντί για τις προηγούμενες σανίδες ως βιβλιοδεσίες, ως γνωστόν, άρχισαν να χρησιμοποιούν χαρτόνι, δηλαδή φύλλα χαρτιού κολλημένα μεταξύ τους. – Κοινοποίησα αυτές τις σκέψεις στον Σκευοφύλακα, και αφού του τόνισα τη σημασία του θέματος, του ζήτησα την άδεια να εξετάσω και τα άλλα σχετικά χειρόγραφα. Ο ενάρετος και σεβάσμιος Σκευοφύλακας μου έδωσε αμέσως αυτή την άδεια, δίνοντάς μου και τον Υποτακτικό του ως βοηθό. Με αυτόν εξέτασα αρκετές ημέρες τα διάφορα χειρόγραφα, δοκιμάζοντας την ανθεκτικότητα των φαινομενικών σανίδων, σκίζοντας το εξωτερικό δέρμα με ένα μαχαίρι και σκαλίζοντας ελαφρά και τον ίδιο τον πίνακα με το μαχαίρι. Ενίοτε, εκτός από περγαμηνή, βρίσκουμε και κάποια ίχνη παπύρου δίχως ίχνη γραφής, αλλά τίποτα άλλο. Ο βοηθός μου άρχισε να απελπίζεται. Σκέφτηκα όμως ότι θα έπρεπε να ερευνήσουμε και τα άλλα χειρόγραφα, δηλαδή το αραβικό, το συριακό και τα υπόλοιπα, αφενός διότι ο πρώτος πάπυρος είχε βρεθεί σε ένα κοπτικό βιβλίο ψαλμών και αφετέρου διότι οι Έλληνες μοναχοί θα μπορούσαν επίσης να έχουν δώσει μεγαλύτερη αξία στα άχρηστα κομμάτια παπύρου. Αυτή η σκέψη με οδήγησε στον επιθυμητό στόχο, όχι όμως τόσο εύκολα. Θυμάμαι ότι περνούσαμε απελπισμένα τρεις φορές μπροστά από μια σειρά από παλιά χειρόγραφα και ενώ είχα εξετάσει δύο φορές ένα παλιό χειρόγραφο από το ανοιχτό σκίσιμο στο δέρμα και τις δύο φορές μου φαινόταν σαν σανίδα. Αλλά την τρίτη φορά, για να μην έχω τύψεις, τρύπησα με το μαχαίρι μου τη φανερή σανίδα πιο βαθιά: ήταν πάπυρος. Φανταστείτε τη χαρά μου. Αφού λύθηκαν τα δεσίματα του αραβικού χειρογράφου και σκίσαμε το εξωτερικό μαύρο δέρμα, με έκπληξη διαπιστώσαμε ότι τα δύο δεσίματα ήταν κομμάτια παπύρου κολλημένα σφιχτά μεταξύ τους. Ένα κάλυμμα ήταν αρκετά δυνατό συνολικά, αλλά κάθε φύλλο ήταν τόσο εύθραυστο που δεν μπορούσα να βγάλω ούτε ένα φύλλο, παρόλο που προσπάθησα για δύο ημέρες. Παρά τη μεγαλύτερη προσοχή και επιμονή, αποσπάστηκαν μόνο κομμάτια από πολλά φύλλα που ήταν κολλημένα μεταξύ τους. Από αυτή την άποψη, είχα καλύτερη τύχη με το άλλο εξώφυλλο. Τα κομμάτια των φύλλων που ήταν κολλημένα μεταξύ τους δεν είχαν αρχικά το ίδιο μέγεθος, ούτε ήταν κομμάτια ενός κώδικα, αλλά διαφορετικών, αλλά ούτε και ο πάπυρος ήταν της ίδιας ποιότητας. Η διαλογή των φύλλων αυτού του παπύρου ήταν ακόμα δύσκολη, αλλά πολύ πιο εύκολη σε σύγκριση με τον άλλο πάπυρο. Αυτά τα κομμάτια περιείχαν εν μέρει ιδιωτικά έγγραφα, ένα άλλο μέρος γενικούς ύμνους και διαφόρους ύμνους από τα βιβλία προσευχής της εκκλησίας. Όμως το δέσιμο, του οποίου τα φύλλα ξετυλίγονταν πολύ δύσκολα, ήταν κατά πολύ πολυτιμότερο. Ο πάπυρος ήταν μεγάλου μεγέθους οκτάβας και περιείχε περίπου 40 φύλλα, φαινόταν πιο σκούρος και πολύ αρχαιότερος, γι’ αυτό ήταν και πιο εύθραυστος. Η γραφή ήταν όμορφη. Ένα μέρος που είχα διαβάσει περιείχε το Ευαγγέλιο του Ιωάννη. Αφού μάταια προσπάθησα για αρκετή ώρα να λύσω το δέσιμο, το παρέδωσα, όπως και τα άλλα, στο Σκευοφύλακα, που πλέον μπορεί να τα δείξει σε όλους. Έχω μόνο μερικά μικρά κομμάτια για να σας δείξω. – Αυτή είναι η ανακάλυψη, αν μπορείτε να την χαρακτηρίσετε έτσι, που νομίζω ότι έκανα. Αν κανείς δεν έχει μαντέψει τίποτα για αυτό μέχρι τώρα, αν και έχει βρεθεί πολλές φορές περγαμηνή, π.χ. σε βιβλιοδεσίες, είναι επειδή αυτά τα χαρτοκιβώτια από πάπυρο μοιάζουν με σανίδα.
Από τα προηγουμένως λεχθέντα συμπεραίνω τα εξής:
Καταρχάς, είναι πολύ πιθανό ότι παρόμοια κομμάτια παπύρου θα υπάρχουν και στα άλλα χειρόγραφα, τα οποία σώζονται ως επί το πλείστον στην Ευρώπη αλλά και την Ανατολή.
Εάν σε 2.000 χειρόγραφα της Σιναϊτικής Βιβλιοθήκης, εκτός από ίχνη άγραφου παπύρου, έχουν βρεθεί δύο χειρόγραφα που περιέχουν τόσους παπύρους όσοι μπορούν να βρεθούν σε λίγες βιβλιοθήκες, τότε τέτοια κομμάτια παπύρου δεν θα έπρεπε να συγκαταλέγονται στις μυριάδες χειρογράφων που διατηρούνται σε Ευρώπη και Ανατολή;
Δεύτερον, ότι, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, πρέπει κανείς να εξετάζει και τα μη ελληνικά χειρόγραφα, όπως τα κοπτικά, τα αραβικά, τα εβραϊκά και άλλα παρόμοια. Και ως γνωστόν, μεγάλο μέρος των εισήχθη στην Ευρώπη από την Ανατολή.
Τρίτον, ότι κάθε είδους γραπτά των οποίων οι βιβλιοδεσίες είναι καινούργιες πρέπει να εξαιρεθούν από αυτήν την έρευνα.
Τέταρτον, ότι ο ερευνητής δεν μπορεί να περιμένει να βρει αυτό που ψάχνει αμέσως. Για το σκοπό αυτό, και ουσιαστικά απλώς για να εξετάσω παλιές βιβλιοθήκες, επισκέφτηκα τις πιο σημαντικές βιβλιοθήκες στην Ιταλία, όπως αυτές στη Νεάπολη, τη Ρώμη, τη Φλωρεντία, το Μιλάνο και τη Βενετία, και στη Γερμανία, αυτές στο Μόναχο και τη Λειψία. Αλλά από την αρχή είχα πείσει τον εαυτό μου ότι θα ήταν αδύνατο να εξετάσω τα χειρόγραφα όπως ήθελα. Σε πρόχειρη εξέταση είδα ότι υπάρχουν πολλά χειρόγραφα με παλιές βιβλιοδεσίες σε αυτές τις βιβλιοθήκες και ότι θα υπάρχουν και άλλα στις βιβλιοθήκες που δεν έχω επισκεφτεί. Ξέρετε ότι στις βιβλιοθήκες της Ευρώπης οι επισκέπτες που θέλουν να ερευνήσουν χειρόγραφα, ζητούν πάντα έναν συγκεκριμένο αριθμό χειρογράφων, αλλά τα χειρόγραφα αυτά απαιτείται να αντιμετωπίζονται με μεγάλη προσοχή ούτως ώστε να μην μπορούν να γίνουν οι απαραίτητες έρευνες. Και για τον σκοπό μου θα ήταν απαραίτητο να εξετάσω όχι ένα μικρό αριθμό χειρογράφων, αλλά χιλιάδες. Ως εκ τούτου, αισθάνθηκα καθήκον μου να αφήσω αυτή την μη ανεπτυγμένη ανακάλυψη στην κρίση σας, υπέρ της επιστήμης. Ανέφερα ότι δεν έχει αναπτυχθεί, γιατί τα περισσότερα και πιο σημαντικά μένει να ανακαλυφθούν. Αλλά μετά από αυτή την αποκάλυψη θα μπορείτε να βρείτε τα καλύτερα και πλέον κατάλληλα μέσα με τα οποία, εύχομαι και ελπίζω, όχι μόνο να ανακαλυφθούν μη επεξεργασμένα χειρόγραφα, αλλά να βελτιωθούν και τα υπάρχοντα. Τα περισσότερα από τα σωζόμενα ελληνικά και λατινικά χειρόγραφα, όπως γνωρίζετε, χρονολογούνται από το έτος 1000 και φτάνουν μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Σχετικά λίγα από αυτά ανήκουν στην παλαιότερη περίοδο. Μπορείτε λοιπόν να φανταστείτε την αξία και τη σημασία που μπορεί να έχει ένα χειρόγραφο παπύρου ακόμη και από έναν ήδη δημοσιευμένο συγγραφέα. Για παράδειγμα, αν βρεθεί έστω και ένα φύλλο παπύρου του Σοφοκλή, πόσες αμφιταλαντευόμενες απόψεις θα διορθωθούν ή θα καθοριστούν καλύτερα! Από την πλευρά μου, όμως, ελπίζω ότι, αν ξεκινήσει κανείς με προσοχή και επιμέλεια αυτή τη μελέτη των χειρογράφων, τα κέρδη για την επιστήμη από αυτή την άποψη θα είναι τεράστια. Όπως και να έχει, θα θεωρήσω το καθήκον μου εκπληρωμένο αν μπορώ, έστω κατ’ ελάχιστον, να συνεισφέρω στην επιστήμη. Αρκεί τώρα να δώσω την πρώτη ώθηση σε αυτό το θέμα και, επιπλέον, να φέρω στο φως τον τρόπο της έρευνας προς όφελος της επιστήμης».




