Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου, 2021

Στα 1,13 ευρώ έφτασε την τιμή στο πρόβειο ο Σαντζηλιώτης

Ανεβάζουν την τιμή του γάλακτος οι ντόπιοι τυροκόμοι βλέποντας τυροκομικές επιχειρήσεις εκτός Λέσβου να έχουν μπει στην αγορά του νησιού μας, προσδοκώντας να κλείσουν παρτίδες προϊόντος για τις μονάδες τους. Μετά την προσφορά του Τρικαλινού τυροκόμου Δημήτρη Μπαταγιάννη στο Συνεταιρισμό Αγίας Παρασκευής, προς 1,08 ευρώ το κιλό στο πρόβειο γάλα και ανοιχτή την τιμή, ώστε να διαμορφωθεί προς τα πάνω αν επικρατήσει άλλη τιμή στην Λέσβο, έδωσε απάντηση ο τυροκόμος από τη Θερμή Δημήτρης Σαντζηλιώτης κλείνοντας το γάλα του Συνεταιρισμού Ερεσού προς 1,13 ευρώ το κιλό στο πρόβειο (1,19 ευρώ το βιολογικό!).  

Σημειωτέον ότι ο κ. Σαντζηλιώτης απορροφά γάλα και από την περιοχή της Αγίας Παρασκευής μη συνεταιρισμένων κτηνοτρόφων και η τιμή που έδωσε στην Ερεσό ανεβάζει ένα ακόμα επίπεδο προς τα πάνω την φετινή διαπραγμάτευση για το γάλα που έχει ξεκινήσει αρκετά νωρίς. Η πρώιμη διαπραγμάτευση οφείλεται στο ότι οι τοπικές τυροκομικές επιχειρήσεις θέλουν εγκαίρως να κλείσουν τις συμφωνίες για τις ποσότητες που χρειάζονται στις μονάδες τους λόγω της συνεχούς ανόδου των τιμών, ενώ ένας ακόμα σημαντικός λόγος είναι ότι για τη φετινή γαλακτοκομική περίοδο έχουμε από νωρίς την είσοδο παικτών από άλλες περιοχές της Ελλάδας που διεκδικούν ποσότητες από τη Λέσβο.  

Μία τέτοια περίπτωση, εκτός από τον Τρικαλινό τυροκόμο Δημήτρη Μπαταγιάννη, που έχει – όπως γράψαμε – δραστηριοποιηθεί επαναλειτουργώντας το τυροκομείο Δούκα στο Μανταμάδο, είναι και η περίπτωση του Λαρισαίου τυροκόμου Αλέξανδρου Μπότου, ο οποίος βρέθηκε τις τελευταίες ημέρες στο νησί μας και μάλιστα επρόκειτο να αναχωρήσει χθες έχοντας κάνει επαφές με Συνεταιρισμούς της Λέσβου (Σκαλοχώρι, Κάπη), με σκοπό να απορροφήσει το γάλα τους. Τιμές δεν έδωσε, ξεκαθάρισε όμως ότι θα προσφέρει την υψηλότερη τιμή από αυτή που θα διαμορφωθεί στη Λέσβο. 

Σύμφωνα με πληροφορίες ο κ. Μπότος βρίσκεται σε επαφή με τυροκομική επιχείρηση της Λέσβου προκειμένου να μπορέσει να τυροκομήσει ποσότητες γάλακτος που θα απορροφήσει, αν τελικά προχωρήσει σε συμφωνίες στη Λέσβο εντός των τοπικών εγκαταστάσεων. Ωστόσο κάποιες πληροφορίες ανέφεραν ότι ο ίδιος εκδήλωσε ενδιαφέρον να αναλάβει φέτος η εταιρεία του την ευθύνη λειτουργίας του τυροκομείου, με τα μέχρι τώρα δεδομένα όμως φαίνεται ότι δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία.

Με ουσιαστικό άνοιγμα των τιμών από τα 1,13 ευρώ το κιλό για το πρόβειο καθώς έχουμε συμφωνία στην Ερεσό και τη μεγάλη τυροκομική εταιρεία της Λέσβου, που είναι η ΛΕΣΒΙΓΑΛ (Αφοί Δ. Ρόδου), να έχει δώσει τιμή βάσης το 1,10 ευρώ το κιλό, ο στόχος να ανέβουν οι τιμές και πάνω από το 1,15 ευρώ δεν είναι ανέφικτος. Την ίδια ώρα, όμως, με τέτοιες τιμές οι τυροκομικές επιχειρήσεις της Λέσβου θα δεχτούν μεγάλη πίεση, καθώς οι περισσότερες έχουν τα προϊόντα τους στις μεγάλες αλυσίδες σούπερ-μάρκετ, οι οποίες κατά καιρούς καθορίζουν εκπτωτικές τιμές στη γραβιέρα, το κασέρι και τη φέτα, πράγμα που σημαίνει ότι οι τυροκομικές επιχειρήσεις για να επιβιώσουν στις μεγάλες αλυσίδες αναγκάζονται πολλές φορές να διαθέτουν τα προϊόντα τους σε τιμές κόστους, ίσως ακόμα και κάτω από αυτό. 

Με ένα τέτοιο δεδομένο θα πρέπει να υπάρξει μία χρυσή τομή μεταξύ και των κτηνοτρόφων που επιζητούν την βέλτιστη αύξηση για το προϊόν τους, ιδιαίτερα σε μία περίοδο που οι τιμές των ζωοτροφών έχουν πάρει φωτιά. Από την άλλη πλευρά όμως οι όποιες συμφωνίες δεν θα πρέπει να είναι κοντόφθαλμες, αλλά να βλέπουν και το αύριο. Οι τυροκομικές επιχειρήσεις της Λέσβου αποτελούν μονάδες που δίνουν αγώνα να σταθούν τα ονομαστά τυροκομικά προϊόντα του τόπου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, στα ράφια των καταστημάτων, λειτουργώντας σε ένα άνισο ανταγωνιστικά περιβάλλον σε σχέση με τις αντίστοιχες εταιρείες στην Ηπειρωτική Ελλάδα. 

 

Η άλλη όψη του νομίσματος

Να αναφέρουμε ένα παράδειγμα από το οποίο θα γίνει κατανοητό πόσο λεπτές είναι οι ισορροπίες  στην αγορά. Με την υψηλότερη τιμή που έχει διαμορφωθεί μέχρι τώρα στη Λέσβο να βρίσκεται στο 1,13 ευρώ το κιλό για το πρόβειο, ένας τυροκόμος για 1 κιλό γραβιέρας χρειάζεται 7 κιλά γάλακτος, που σημαίνει ότι μόνο για την εξασφάλιση της πρώτης ύλης απαιτούνται 7,91 ευρώ. Αν ο τυροκόμος διαθέσει χονδρική στο σούπερ-μάρκετ προς 8:00 με 8:50 ευρώ το κιλό δεν βγάζει όχι κέρδος, αλλά ούτε τα λειτουργικά της μονάδας του!  

Αυτό σημαίνει ότι οι αυξημένες τιμές του γάλακτος θα τροφοδοτήσουν αισθητή αύξηση και στις τιμές του καταναλωτή και εδώ είναι το κρίσιμο σημείο που φοβούνται συνεταιριστές της Λέσβου, τουλάχιστον όσοι παρακολουθούν τις εξελίξεις με νηφαλιότητα και το βλέμμα στο αύριο. Σε περίπτωση που υπάρξει αισθητή μείωση της κατανάλωσης και άρα μείνουν αδιάθετα τυριά, αυτό θα επηρεάσει ως ντόμινο την αλυσίδα, καθώς θα προκύψουν προβλήματα στις πληρωμές των Συνεταιρισμών – κτηνοτρόφων, που είναι αυτό που φοβούνται κάθε χρόνο, ενώ και οι τιμές που θα διαμορφωθούν για τον κτηνοτρόφο του χρόνου θα είναι σε πολύ χαμηλά επίπεδα. 

Ταυτόχρονα αυτό θα αποτελέσει και πλήγμα για την κάθε τυροκομική επιχείρηση που θα μείνει με τυροκομικά στις αποθήκες της, τα οποία ενδεχομένως να αναγκαστεί να τα δώσει και με ζημιά εφόσον η μείωση της κατανάλωσης θα οδηγήσει τις τιμές των τυροκομικών προς τα κάτω.

Όλα τα παραπάνω ενώ αυξάνονται τα τελευταία χρόνια οι παίκτες από άλλες περιοχές της Ελλάδας που διεκδικούν ποσότητες γάλακτος από τη Λέσβο και βρίσκεται «στο παιχνίδι» και η μεγάλη γαλακτοβιομηχανία Όλυμπος, στέλεχος της οποίας κάνοντας το προηγούμενο διάστημα έναν μεγάλο κύκλο επαφών στο νησί μας άφησε να εννοηθεί ότι η εταιρεία είναι διατεθειμένη να προχωρήσει ακόμα και στην κατασκευή αυτόνομης μεγάλης μονάδας παραγωγής τυριών, προϋπόθεση όμως για να γίνει αυτό θα είναι να συνεργαστούν μαζί της και ντόπια τυροκομεία, ώστε να υπάρχει δικλείδα ασφαλείας ότι θα μπορέσει να εξασφαλίζει κάθε χρόνο τις ποσότητες γάλακτος που χρειάζεται. 

Είναι γεγονός ότι το τοπίο στην αγορά γάλακτος της Λέσβου αλλάζει θεαματικά με σημαντικές προοπτικές και για τους κτηνοτρόφους, ιδιαίτερα μάλιστα σε μία περίοδο που το επάγγελμα χρειάζεται να προσελκύσει νέους ανθρώπους που να ασχοληθούν με την εκτροφή προβάτων, αν και η αύξηση της τιμής των ζωοτροφών σε δυσθεώρητα ύψη λειτουργεί προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Παράλληλα όμως η είσοδος «παικτών» από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας και το ενδεχόμενο εισόδου στη Λέσβο μιας μεγάλης γαλακτοβιομηχανίας ενώ μπορεί να ακούγεται ευχάριστα, έχει και άλλες παραμέτρους. Αν, για παράδειγμα, η αγορά γάλακτος του νησιού μας ελεγχθεί από μία μεγάλη δύναμη που ενδεχομένως θα εκτοπίσει τους μικρότερους ή θα οδηγήσει σε συγχωνεύσεις και απορροφήσεις (ήδη υπάρχει ένα τέτοιο σενάριο για τοπική μονάδα), αυτό δυνητικά θα τροφοδοτήσει ολιγοπωλιακές  καταστάσεις ως προς το σκέλος της ζήτησης, με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται και για τις τιμές του γάλακτος στη Λέσβο τα επόμενα χρόνια.