Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου, 2022

Τότε που το Σούλι… βρισκόταν στα Δάφια!

Γράφει ο Στρατής Σαμιώτης

 

ΤΖΕΗΜΣ ΠΑΡΙΣ: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΒΑΛΕ ΤΗ ΛΕΣΒΟ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ

 

-Ο παραγωγός που τη δεκαετία του ‘60 καθιέρωσε τον όρο “υπερπαραγωγή” στα δεδομένα του ελληνικού κινηματογράφου, καταγόταν από τη Βατούσα και είναι, ίσως, ο πιο ξεχασμένος διαπρεπής Έλληνας της διασποράς

 

Η φωτογραφία του με την ιδιόχειρη αφιέρωση κρέμεται ακόμα στον τοίχο του παλιού Κοινοτικού γραφείου της Βατούσας κιτρινισμένη από τη φθορά του χρόνου. «Στον τόπο που γεννήθηκε το φιλότιμο» γράφει και υπογράφει για το χωριό του ο Τζέιμς Πάρις, το τέκνο της λεσβιακής γης που γαλουχήθηκε στα πλατό της 20th Century Fox για να υπογράψει στη συνέχεια της ζωής του την παραγωγή  ελληνικών ταινιών που άφησαν εποχή, μεταξύ των οποίων και οι κλασικές επετειακές ταινίες που προβάλλονται κάθε χρόνο από την τηλεόραση στις 25 Μαρτίου και την 28η Οκτωβρίου.  Ενδεχομένως για τους κριτικούς κινηματογράφου κάποιες από αυτές τις ταινίες να έχουν αμφιλεγόμενο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, ενώ προσεγγίζοντάς τες με πολιτική ματιά να χαρακτηρίζονται ως “εθνοκεντρικές”, την εποχή όμως που προβλήθηκαν ήταν υπερπαραγωγές για τα ελληνικά δεδομένα αποτελώντας “ταινίες-σταθμούς” για το σινεμά, που προβλήθηκαν και στο εξωτερικό εκτός φυσικά από την εισπρακτική τους επιτυχία.

Αυτές οι δυο τελευταίες έννοιες, το “υπερπαραγωγές” και το “εθνοκεντρικές”  είναι που έπαιξαν τον κρίσιμο ρόλο για την υστεροφημία του Πάρις, ο οποίος μετά την πτώση της χούντας ουσιαστικά εξοβελίστηκε από το ελληνικό στερέωμα με τη ρετσινιά του “χουντικού” από μια κοινωνία που διψούσε πια για την “αλλαγή”, η οποία ήρθε στην Ελλάδα το 1981, λίγους μήνες πριν ο Τζέιμς Πάρις πεθάνει το Μάιο του 1982 προδομένος από την καρδιά του.

Επί της ουσίας ο Πάρις βοηθήθηκε από την χούντα για να γυρίζει ταινίες, το κόστος των οποίων ήταν τεράστιο για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής. Οι εκατοντάδες κομπάρσοι στα γυρίσματα του “Παπαφλέσσα”  που υποδύονται το στρατό του Ιμπραήμ δεν είναι παρά στρατιώτες που διατέθηκαν από το κράτος στον παραγωγό. Στην πραγματικότητα βοηθώντας η χούντα στα γυρίσματα αυτών των ταινιών “έκανε τη δουλειά της” ως προς την προπαγάνδα για την τόνωση του πατριωτικού συναισθήματος των Ελλήνων, ενώ και ο Τζέιμς Πάρις επιτύγχανε ως επιχειρηματίας του κινηματογράφου με την “κρατική βοήθεια” να γλιτώνει ένα οικονομικό κόστος, που σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε εκείνη την εποχή να επωμιστεί παραγωγός στην Ελλάδα.

Αυτή ωστόσο η σχέση σε συνδυασμό με την παρουσία αξιωματικών της χούντας σε γυρίσματα των ταινιών του είχε ως συνέπεια την ταύτιση του Τζέιμς Πάρις με τη χούντα (ο οποίος είχε βοηθηθεί και σε προηγούμενες ταινίες του από την κυβέρνηση των αποστατών). Και όταν το καθεστώς “έπεσε”, ο Πάρις βρέθηκε “με την πλάτη στον τοίχο” σε μια εποχή κατά την οποία… “ζητούνταν αποδιοπομπαίοι τράγοι”!

 

Ζωή σαν παραμύθι

 

Με τα σημερινά δεδομένα ο Τζέιμς Πάρις λειτούργησε στην εποχή του ως πρωτοπόρος επιχειρηματίας στο σινεμά, αξιοποιώντας ωστόσο και τη βοήθεια του κράτους για τις ταινίες του, κάτι που έκανε επί χούντας, αλλά δεν θα ‘χε πρόβλημα να κάνει και με οποιαδήποτε Κυβέρνηση έχοντας νοοτροπία Αμερικανού. Η ζωή του έμελλε να εξελιχθεί σαν παραμύθι. Γεννημένος το 1921 στη Βατούσα το κανονικό του όνομα ήταν Δημήτρης Παρασχάκης. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος με καταγωγή από τη Σάμο, ένας εξαιρετικά μετρημένος άνθρωπος του χωριού, όπως ήταν οι δάσκαλοι της εποχής.

Δυστυχώς για την οικογένεια Παρασχάκη, ο “Δημητράκης” (όπως αποκαλούσαν οι Βατουσιανοί τον Τζέιμς μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του), από τα παιδικά του χρόνια αποτελούσε “πονοκέφαλο”, καθώς ήταν ζωηρός. Από έφηβος είχε δείξει πως του άρεσε η καλή ζωή με συνέπεια να δημιουργεί χρέη στην οικογένεια συμμετέχοντας σε γλέντια και ξενύχτια.

Σε κάποια στιγμή στο τέλος της δεκαετίας του ‘30, ο πατέρας του βλέποντας τα χρέη του γιου του να διογκώνονται, ενημέρωσε τους συγχωριανούς του πως “τον έχει αποκληρώσει”, ζητώντας να του κόψουν το βερεσέ, καθώς ο δάσκαλος στο εξής δεν θα αναλάμβανε τα χρέη του παιδιού του. Έχοντας διωχτεί από τον πατέρα του, ο Πάρις, από γιος του δασκάλου βρέθηκε  να κάνει διάφορες δουλειές ως παραγιός σε κτηνοτρόφους και κτηματίες της Βατούσας.

Όταν η Ελλάδα βρέθηκε υπό τη γερμανική κατοχή, ο Τζέιμς Πάρις έφυγε για τη Μέση Ανατολή όπου εντάχθηκε στον Ιερό Λόχο πολεμώντας. Μετά την πτώση του Ναζισμού επέστρεψε στη Βατούσα και “δικαιώθηκε” από τον πατέρα του, για τον ίδιο όμως “η ζωή βρισκόταν μπροστά”. Στη Μέση Ανατολή συνδέθηκε με φιλικούς δεσμούς με τον Σπύρο Σκούρα (από την Ηλεία), το πανίσχυρο διευθυντικό στέλεχος κινηματογραφικών εταιρειών και πρόεδρο της 20th Century Fox. Ο Σκούρας είχε καλέσει τον Πάρις στην Αμερική και ο “Δημητράκης” δεν θα έχανε αυτήν την ευκαιρία.

Το 1948 έφυγε για την Αμερική και τα χρόνια που ακολούθησαν ο Πάρις μυήθηκε στην τέχνη του κινηματογράφου στα μεγαλύτερα πλατό των ΗΠΑ. Έγινε διευθυντής του τμήματος της διαφήμισης της United Artists και αφού συνεργάστηκε ως διευθυντής παραγωγής σε ταινίες της 20th Century Fox, στα τέλη της δεκαετίας του ’50 επέστρεψε στην Ελλάδα, δίνοντας μια νέα πνοή στις κινηματογραφικές παραγωγές. Μέσα σε μια περίπου δεκαετία, υπέγραψε την παραγωγή σε 54 ελληνικές ταινίες, πολλές από τις οποίες αποτέλεσαν εμπορικές επιτυχίες, ενώ απέσπασαν και βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Μάλιστα κάποια από τα σενάρια ταινιών που υπέγραφε ως παραγωγός ο Τζέημς Πάρις γράφτηκαν από τον αείμνηστο Μεσοτοπίτη συγγραφέα Πάνο Κοντέλλη.

 

Τα “άγνωστα  μεγαλεία”

 

Ελάχιστοι γνωρίζουν σήμερα στη Λέσβο ότι σε πολλές από τις ταινίες που υπέγραψε ως παραγωγός ο Τζέιμς Πάρις, τα γυρίσματα εξ ολοκλήρου ή μέρος των γυρισμάτων έγιναν στην ευρύτερη περιοχή της κεντρικής Λέσβου, από την Αγία Παρασκευή μέχρι την Βατούσα. Ήταν οι δεκαετίες του ‘60 και του ‘70  όταν από το νησί μας περνούσαν τα μεγάλα τότε ονόματα του ελληνικού σινεμά, από τον Αλέκο Αλεξανδράκη, το Στέφανο Στρατηγό, την Καίτη Παπανίκα, την Κατερίνα Γιουλάκη και την Κάτια Δανδουλάκη, μέχρι τον Λαυρέντη Διανέλλο, την Αλέκα Κατσέλη, τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο, τον Παντελή Ζερβό, τη Βέρα Κρούσκα, Γιάννη Βόγλη, Βαγγέλη Καζάν, Δέσπω Διαμαντίδου, Σωτήρη Μουστάκα κ.ά..

Ο Πάρις είχε βάλει τη Λέσβο στο κάδρο του ελληνικού σινεμά, δυστυχώς όμως για τον τόπο μας αυτό δεν το εκμεταλλεύτηκαν οι τότε τοπικοί παράγοντες για τουριστικό όφελος (κάτι που έγινε από άλλα νησιά στα οποία γυρίστηκαν ταινίες). Ενδεχομένως όμως και η τοπική κοινωνία να μην ήταν ακόμα έτοιμη τότε. Τόσες και τόσες ταινίες του ελληνικού σινεμά έχουν γυριστεί στο νησί μας από τον Πάρις, αυτό όμως το αγνοούν οι περισσότεροι.

Ποιος, άλλωστε, μπορεί να φανταστεί βλέποντας για παράδειγμα σήμερα την ταινία “Σουλιώτες” πως οι μάχες μεταξύ των Σουλιωτών και των Τούρκων δεν γυρίστηκαν στο Σούλι ή σε κάποια άλλη περιοχή της Ελλάδας, αλλά στα βράχια πάνω από τα Δάφια! Πολύ, δε, περισσότερο οι κάτοικοι εκείνης της εποχής δεν μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν όταν το 1965 μία καλλίγραμμη νεαρή που τη φώναζαν Κορίνα και συνοδευόταν από τον μπαμπά της παρήγγειλε πορτοκαλάδα “πιάνοντας” ένα τραπεζάκι σε καφενείο της Βατούσας, πως ήταν η… Μις Υφήλιος του 1964 Κορίνα Τσοπέη, που βρέθηκε στη Λέσβο προσκεκλημένη του Βατουσιανού παραγωγού!

 

Η Λέσβος στον τίτλο ταινιών

 

Να σημειωθεί πως σχεδόν για όλες τις ταινίες του Τζέιμς Πάρις, η πρώτη (άτυπη) προβολή για την Ελλάδα γινόταν στο χωριό του εκείνα τα χρόνια, κάτι για το οποίο φρόντιζε ο ίδιος. Παρότι ο “Δημητράκης” έφτασε μέχρι τη μακρινή Αμερική δεν έβγαλε ούτε στιγμή τη Βατούσα από την καρδιά του. Ήταν τέτοια η αγάπη του για τον τόπο που γεννήθηκε ώστε εκτός από τα γυρίσματα ταινιών του στη Λέσβο, σε δύο ταινίες έδωσε και το όνομα του νησιού μας και συγκεκριμένα “Έρωτες στη Λέσβο” και ο “Λεσβιακός Αύγουστος” (ή αλλιώς “οι Λύκαινες”).

Μάλιστα παρότι κινούνταν μεταξύ Αμερικής και Ελλάδας, οι επισκέψεις του στη Βατούσα ήταν συχνότατες και βοηθούσε οικονομικά και κατοίκους της περιοχής, αλλά και για την απεμπλοκή κοινωφελών έργων. Για παράδειγμα το έργο ύδρευσης της Βατούσας έγινε με τη βοήθειά του, δηλαδή χρησιμοποιώντας τις επιρροές που είχε στο κράτος. Είναι χαρακτηριστικό πως η πρώτη τηλεόραση που εγκαταστάθηκε στη Βατούσα για να βλέπουν οι χωριανοί δωρίθηκε από τον ίδιο. Πρόκειται για συσκευή της ιταλικής εταιρείας “Urania”, η οποία μόλις τα προηγούμενα χρόνια δόθηκε στην ανακύκλωση από την Κοινότητα.

 

Ο μεγάλος… “άγνωστος”

 

Οι παλιότεροι της Βατούσας θυμούνται ακόμα τα καλαμπούρια με τον Τζέιμς Πάρις στα καφενεία και τον πληθωρικό, ανεπανάληπτο χαρακτήρα του.

Μετά την πτώση της χούντας το επαγγελματικό του αντικείμενο περιορίστηκε σημαντικά στην Ελλάδα, καθώς η μεταπολίτευση με τον τρόπο της τον έκρινε σκληρά. Ο ίδιος συνέχιζε να επισκέπτεται τη Λέσβο μέχρι το 1979 και παρότι αντιμετώπιζε πλέον οικονομικά προβλήματα, κατά την τελευταία επίσκεψή του στη γενέθλια γη προσέφερε το ποσό των 50.000 δραχμών (που ήταν ένα σημαντικό ποσό για την εποχή) ως δωρεά για τον νεοσύστατο Πολιτιστικό Σύλλογο.

Από τα χέρια του Τζέιμς Πάρις ή αλλιώς του δικού μας “Δημητράκη” Παρασχάκη πέρασε μια περιουσία, ο ίδιος όμως δεν υπολόγισε ποτέ στη ζωή του το χρήμα, μένοντας στην ιστορία του ελληνικού σινεμά ως ο καλοπληρωτής των συνεργατών ηθοποιών και κομπάρσων στις ταινίες που υπέγραψε (η εμπορική εκμετάλλευση των οποίων πέρασε στην “Καραγιάννης “Καρατζόπουλος”). Πέθανε φτωχός σε ηλικία 61 ετών το ‘82 στην Αμερική, ενώ ο γιος του δεν είχε καμία επαφή με τη Λέσβο.

Αν και ο Πάρις κατάφερε στη ζωή του να γίνει τόσο γνωστός και μεγάλος, μοναδικός στο είδος του για το ελληνικό σινεμά, παρότι προσπάθησε να κάνει γνωστή την πατρίδα του μέσα από τις ταινίες του, σήμερα παραμένει άγνωστος στη Λέσβο, καθώς δεν βρέθηκε έστω και ένας να τον τιμήσει και να πει δυο κουβέντες ακόμα και μετά θάνατον για να μάθει γι’ αυτόν η νέα γενιά.

Για κάποιους κατοίκους της Βατούσας ο Τζέιμς Πάρις έφυγε από τη ζωή αδικημένος από την Ελλάδα, η οποία πέρασε από ιδεολογικό φίλτρο την επιχειρηματική του δραστηριότητα παρότι ο ίδιος απέφευγε ως άτομο να τοποθετείται ιδεολογικά. Το γεγονός ωστόσο πως για κάποιες μεγάλες ταινίες του βοηθήθηκε από τη χούντα αυτό ήταν αρκετό για να τον οδηγήσει στη λησμονιά.

Το “παραγωγή Τζέιμς Πάρις” που θα δουν πολλοί σήμερα στις τηλεοράσεις τους κατά την προβολή της ταινίας “Παπαφλέσσας” ή “Οι Σουλιώτες” ένεκα της Εθνικής μας επετείου, μπορεί να παραπέμπει (ως όνομα) σε Ελληνοαμερικανό, μετρημένοι όμως είναι εκείνοι που γνωρίζουν ότι πρόκειται για τον Βατουσιανό “Δημητράκη”. Με εξαίρεση τους κατοίκους της Βατούσας που βλέπουν ακόμα τις δύο βρύσες της οικογένειας Παρασχάκη στα “Χάνια” και την πατρογονική κατοικία του παραγωγού που έχει περάσει σε άλλους ιδιοκτήτες.

(Ευχαριστούμε θερμά, τον Φιλόλογο Γιάννη Μανούκα, τον πρόεδρο της Κοινότητας Βατούσας Άβελ Σπανέλλη και τον Δημοτικό Σύμβουλο, Στρατή Κυρατζή για την πολύτιμη βοήθειά τους και το αρχειακό υλικό που μας διέθεσαν).

Προηγούμενο άρθροGENERALI
Επόμενο άρθροΧωρίς “αντίπαλο” ο Καραγεωργίου