Του Γρηγόρη Δουμούζη – Θεολόγου, MSc Θεολογίας, Κοινωνιολόγου
Μετά την Πεντηκοστή, η Εκκλησία όρισε με πολλή σοφία να εορτάζουμε όλους τους αγίους. Αυτό συμβαίνει γιατί «καρπός» της Εκκλησίας και του αγίου Πνεύματος είναι η «αγιότητα». Οι άγιοί μας είναι αυτοί που απέκτησαν το άγιο Πνεύμα και ενώθηκαν με το Θεό. Όπως λέει και ένας σύγχρονος άγιος, ο όσιος Σεραφείμ του Σαρώφ: «Σκοπός της πνευματικής ζωής είναι η απόκτηση του αγίου Πνεύματος».
Άγιος δεν είναι απλά ένας άνθρωπος που βελτίωσε τον χαρακτήρα του ή βελτιώθηκε ηθικά. Βεβαίως, είναι και αυτά, αλλά η αγιότητα είναι κάτι τελείως διαφορετικό απ’ αυτό το μέτρο, που έχουμε εμείς σαν αντίληψη περί αγιότητας. Αγιότητα, όπως είπαμε, είναι η «ένωση με το Θεό». Άγιος είναι αυτός ο οποίος συνειδητοποίησε το λόγο της ύπαρξής του, πήρε στα σοβαρά τη ζωή του και έθεσε σαν στόχο να είναι αφοσιωμένος στον Χριστό. Άγιος είναι αυτός ο οποίος ψάχνει τρόπους να ελκύσει τον Χριστό. Άγιος είναι αυτός που γέμισε από Θεό.
Επομένως, το μέτρο της αγιότητας δεν είναι τα ψυχολογικά ή κοινωνικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων, αλλά αυτός ο πνευματικός λόγος: «Κατά πόσο η ζωή του Χριστού έγινε η δική μου ζωή». Ο τρόπος μάς φανερώνεται στον ευαγγελικό λόγο, αλλά και στη ζωή της Εκκλησίας μας. Μας μαρτυρείται ο τρόπος «ν’ ανοίξει» η καρδιά μας στον Χριστό, να Τον «γευτούμε» και το κέντρο της ύπαρξής μας να γίνει Αυτός. Ο τρόπος αυτός, σαν πρώτο στάδιο, έχει τον «πόθο για σχέση με το Θεό». Για να μπορέσει ο άνθρωπος να ποθήσει το Θεό, χρειάζεται ν’ αναγνωρίσει τους ψεύτικους πόθους και «θεούς» που έχει στην καρδιά του. Να βγει, δηλαδή, απ’ οτιδήποτε καλύπτει τον αληθινό πόθο για σχέση μαζί Του. Να φτάσει σε μια κατάσταση μετάνοιας. Να δει ότι δεν είναι ζωή αυτή που ζει, αλλά ότι την καρδιά κάτι άλλο την αναπαύει.
Έτσι, αρχίζει σιγά-σιγά ν’ αλλάζει πορεία πλεύσης και ν’ αναζητά το Θεό. Αυτή η αναζήτηση, που είναι κατάσταση μετάνοιας, ταυτόχρονα, τον συντρίβει και τον ταπεινώνει. Ο άνθρωπος ζητάει κάτι που τον ξεπερνάει. Ουσιαστικά, έχουμε, αρχικά, «τον πόθο» για το Θεό και «τη μετάνοια», μετά «την αναζήτηση του Θεού» και, τέλος, «τη συντριβή» και «την ταπείνωση». Όταν καταλάβω πως δεν είμαι αυτάρκης από μόνος μου και ότι ό,τι και αν πετύχω με τα ανθρώπινα μέτρα ο θάνατος δεν νικιέται και δεν βρίσκω τη ζωή, αυτό με ταπεινώνει και καταλαβαίνω κάτι πολύ βαθύ: Ότι η σχέση με τον Χριστό δεν είναι κατόρθωμα, αλλά είναι «δώρο». Αυτό σημαίνει πως χρειάζεται να δημιουργήσω τις προϋποθέσεις για να ελκύσω αυτό το «δώρο» στην καρδιά μου.
Όταν μπορέσω και τα αναγνωρίσω όλα αυτά, γίνομαι ένας «ζητιάνος» του Θεού και ξεπερνάω τα σχήματα του κόσμου. Ταυτόχρονα, γίνομαι μια «ευαίσθητη» ύπαρξη και μπορώ να συμπονώ κάθε πλάσμα. Δεν με νοιάζει κάποιος αν είναι καλός ή κακός, αλλά με νοιάζει ο κάθε άνθρωπος να βρει τον Χριστό, όπως τον βρήκα και εγώ. Δεν με ενδιαφέρει αν κάποιος με αδικεί, γιατί πραγματική δικαίωση για μένα είναι η σχέση με τον Χριστό. Αυτό «γεννάει» την αγιότητα. Αγιότητα σημαίνει «να είμαι ενωμένος και με τον Χριστό και με κάθε άνθρωπο». Αυτό με ελευθερώνει απ’ τις απαιτήσεις και τα παράπονα. Με παίρνει ο Χριστός και μου «αλλάζει τα φώτα». Οπότε, άγιος μπορεί να γίνει ένας διαλυμένος και αμαρτωλός άνθρωπος, αν λειτουργήσει έτσι. Πώς; Να παραδοθεί στον Χριστό και Αυτός τον αλλοιώσει τελείως.
Ο άγιος είναι αυτός που πέρασε απ’ αυτή την οδύνη της αναζήτησης του Θεού, απεκδύθηκε απ’ ό,τι ψεύτικο και «ενδύθηκε» την αλήθεια του Χριστού. Αυτούς τους ήσυχους ανθρώπους με τα χίλια προβλήματα τους «επισκέπτεται» ο Θεός. Οι «ανύπαρκτοι» άνθρωποι είναι οι «υπαρκτοί» του Θεού. Άρα, ο καθένας έχει την ελπίδα της αγιότητας. Αγιότητα είναι να πάρουμε στα σοβαρά τη ζωή μας, να μην απελπιζόμαστε, παρά τις αμαρτίες μας, να εμπιστευόμαστε το έλεος του Θεού και η καρδιά μας «ν’ ανοίξει» στον Χριστό. Μια τέτοια καρδιά «ανοίγει» σε κάθε άνθρωπο και δίνει τις προϋποθέσεις, είτε σιωπά, είτε μιλά, αυτής της ελπίδας και της προσδοκίας της αγιότητας.



