Του Γρηγόρη Δουμούζη – Θεολόγου, MSc Θεολογίας, Κοινωνιολόγου
Tο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής (Μτ. στ΄ 22-33) μάς δίνει κατεύθυνση ζωής. Γνωρίζουμε ότι ο λόγος του Κυρίου μας είναι ζωή. Θα δούμε δύο άξονες που μας προτείνονται στο ευαγγέλιο.
Ο πρώτος είναι ο λόγος του Κυρίου που λέει: «Δεν μπορούμε για δύο κυρίους να δουλεύουμε». Δεν μπορούμε να δουλεύουμε και για το Θεό και για το μαμωνά. Ένα απ’ τα δύο. Μας δίνει, δηλαδή, κατεύθυνση ζωής και μας απαντά στο ερώτημα: «Πόσο Θεό και πόσο μαμωνά;». Είναι μια απορία που έχουμε πολλοί: «Πόσο Θεό και πόσο τα του κόσμου;». Ο Κύριος είναι ξεκάθαρος. Ένα απ’ τα δύο. Οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε μέσα μας προς τα πού θα στρέψουμε την ύπαρξή μας.
Ο δεύτερος άξονας, που είναι η απάντηση του πρώτου ερωτήματος, είναι αυτό που λέει ο Κύριος: «Να ζητάτε πρώτα τη Βασιλεία των Ουρανών και όλα τ’ άλλα θα σας προστεθούν». Τι είναι ο «μαμωνάς»; Είναι ο πλούτος, τα αγαθά, οι μέριμνες και οι αγωνίες. Αυτό που εξετάζει ο Χριστός δεν είναι το ποσοστό αφοσίωσης, αλλά αν η καρδιά μας ζει το Θεό ή όχι. Είναι γεγονός ότι όλα τα πράγματα που έδωσε ο Θεός είναι αγαθά. Το σημαντικό, όμως, είναι τι λόγο-νόημα τα δίνουμε και πού τα έχουμε εντάξει. Δηλαδή, μας «εισάγει» ο Κύριος σ’ αυτή την αναζήτηση του δικού Του προσώπου. Όταν «γευτεί» η καρδιά μας το Θεό, λύνεται το ερώτημα της ζωής μας: Ποιο είναι το περιεχόμενο και ποιο το νόημά της.
Ταυτόχρονα, μας «γεννά» αυτή την αίσθηση της εμπιστοσύνης προς τον Κύριο. Η πίστη και η εμπιστοσύνη δεν είναι διανοητικά γεγονότα να πιέσω τον εαυτό μου να πιστέψω και να εμπιστευτώ το Θεό, αλλά είναι «καρπός» της «γεύσης» του Θεού. Όταν «γευτεί» ο άνθρωπος την αγάπη του Θεού, εμπιστεύεται και αφήνεται. Έχει τη βεβαιότητα πως γνωρίζει ο Θεός τι κάνει. Αυτό είναι και μια λύση του προσωπικού μας ψυχολογικού προβλήματος του άγχους και της αγωνίας. Γι’ αυτό, θεωρείται απαράδεκτο στην πνευματική ζωή κανείς να είναι του Θεού και ν’ αγχώνεται. Βεβαίως, η πραγματικότητα άλλη είναι: Αγχωμένοι είμαστε όλοι, μην κρυβόμαστε. Όμως, ο ευαγγελικός λόγος μάς δίνει την κατεύθυνση και τη λύση.
Τι είναι το «άγχος»; Μια αβεβαιότητα ότι τα πράγματα δεν θα έρθουν όπως πιστεύω ότι θα μου κάνουν καλό και μπαίνω σε μια διαδικασία να τα ελέγξω και να τα ρυθμίσω. Έτσι, μου «γεννώνται» οι λογισμοί και οι αγωνίες. Και αυτό γιατί στο βάθος «κρύβεται» μια πλάνη: Ότι είμαι λάθος τοποθετημένος υπαρξιακά. Δεν είναι κέντρο της ζωής μου ο Θεός. Πώς το καταλαβαίνω αυτό; Δεν είμαι πλήρης και δεν έχω χαρά. Αυτή η έλλειψη και αυτό το κενό μού δημιουργούν τις αγωνίες και τις επιθυμίες. Ο άνθρωπος των επιθυμιών είναι ένας άνθρωπος «διαταραγμένος», έχει ταραχή και απώλεια της ειρήνης. Όταν, όμως, βρει το νόημα και την πληρότητα, είναι αφημένος. Βρήκε τα πάντα.
Όμως, πάλι το ερώτημα αιωρείται: «Ποιος είναι ο θησαυρός της ζωής μας; Τι μας γεμίζει;». Όταν κανείς αγχώνεται, λέμε: «Έτσι είναι ο χαρακτήρας του». Είναι και αυτό. Όμως, πίσω απ’ αυτό τον ψυχισμό κρύβεται και ένα βαθύτατο κενό: Ότι δεν «πατάω» πουθενά στη ζωή μου, δεν ξέρω ποιος είμαι, από πού έρχομαι και πού πηγαίνω. Έρχεται ο Κύριος και μας παραθέτει τη λύση του προβλήματος: «Να ζητάτε πρώτα τη Βασιλεία των Ουρανών και όλα τ’ άλλα θα σας προστεθούν». «Βασιλεία των Ουρανών» είναι ο Χριστός. Όταν έχουμε σχέση μαζί Του, ζούμε αυτό τον «πλούτο». Τι σημαίνει «όλα τ’ άλλα θα σας προστεθούν»; Καταλαβαίνουμε πως εφόσον «γευτούμε» το Θεό, μετά δεν μας νοιάζει τίποτα. Ό,τι και να έρθει είναι ευλογημένο.
Κάποιος ευλόγως θα πει: «Τι είναι αυτά που λέτε; Έχω ακούσει για ζωές ανθρώπων που η ζωή τους ήταν ένα «σκάνδαλο» και είχαν τόσους σταυρούς και τόσες δυσκολίες και τίποτα δεν πήγαινε καλά. Πού είναι η πρόνοια του Θεού;». Πέρα απ’ το ότι δεν ξέρουμε το «μυστικό λόγο» του Θεού για τον οποίο συμβαίνουν ορισμένα πράγματα στη ζωή μας, η πρόνοια δεν βιάζει την ελευθερία μας. Είναι γι’ αυτούς που την πιστεύουν και εμπιστεύονται. Όταν έρχεται ο άνθρωπος και λέει: «Θα ρυθμίσω τη ζωή μου από μόνος μου και άσε το Θεό στη δουλειά Του», τι σημαίνει αυτό; Ότι θέτω στο περιθώριο τη χάρη του Θεού. Αυτό συμβαίνει διότι βασική προϋπόθεση αποτελεί η «ελευθερία». Ο Θεός είναι η άκρα «ευγένεια». Τον καλούμε, έρχεται, Τον διώχνουμε, φεύγει. Έχει φοβερή λεπτότητα ο Θεός.
Οπότε, θέλει να είναι σίγουρος ο Θεός ότι έχουμε εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν για να επέμβει στη ζωή μας. Πώς γίνεται αυτό; Η πρώτη κίνηση είναι «να γίνουμε σαν τα «μικρά παιδιά»». Να πάψουμε να σκεφτόμαστε και ν’ αγωνιούμε. Ν’ αφήσουμε τα πάντα στο Θεό. Έτσι, λέει ο άνθρωπος: «Αφήνομαι στο Θεό και δεν σκέφτομαι τίποτα. Γίνομαι, ίσως, χαζός για τον κόσμο, αλλά εμπιστεύομαι απόλυτα το Θεό». Τότε, τι κάνω; «Αναγκάζω», υπό μια έννοια, το Θεό να μην φανεί «ψεύτης». Δηλαδή, επεμβαίνει με τον τρόπο που ξέρει: Μ’ έναν τρόπο απολύτως ακριβή και με μια προσδοκία: Να μην μου λύσει απλώς τα προβλήματα της ζωής μου, αλλά να μου δώσει ζωή. Βλέπουμε ανθρώπους ταλαιπωρημένους και πονεμένους οι οποίοι, όμως, είναι ταπεινοί. Ταπεινός είναι αυτός που δεν έχει λογισμούς και έχει την πληρότητα στην καρδιά του.
«Να ζητάτε πρώτα τη Βασιλεία των Ουρανών». Δεν είναι κάτι αφηρημένο, αλλά είναι ο ίδιος ο Χριστός. «Και όλα τ’ άλλα θα σας προστεθούν». Τι γίνεται, τότε, στην ψυχή μας; Εάν γεμίσουμε απ’ το Θεό, και να μην έχουμε τίποτα, είμαστε πλήρεις. Είτε έχουμε, είτε δεν έχουμε, το ίδιο είναι. Βρήκαμε τα πάντα που είναι ο Θεός. Όπως έλεγε η γερόντισσα Γαβριηλία: «Η πρόνοια του Θεού είναι το «μυστήριο του αύριο», στο οποίο είναι υπέροχο να αφήνεται ο άνθρωπος, δίχως να θέλει όλα να τα ορίσει και να καταλάβει με τον νου του».



