Του Γρηγόρη Δουμούζη – Θεολόγου, MSc Θεολογίας, Κοινωνιολόγου
Στο ευαγγέλιο της Κυριακής (Μτ. η΄ 5-13) ένας εκατόνταρχος πλησιάζει τον Χριστό και Του ζητάει να θεραπεύσει τον υιό του, ο οποίος ήταν παράλυτος. Ο Κύριος προθυμοποιήθηκε, βλέποντας το αίτημα και την πίστη του εκατόνταρχου, να πάει στο σπίτι του, ώστε να θεραπεύσει το παιδί του. Όμως, ο εκατόνταρχος αιφνιδιάζει τον Χριστό, λέγοντάς Του: «Δεν είμαι άξιος να έρθεις στο σπίτι μου». Μάλιστα, συνεχίζοντας, είπε: «Ξέρω και εγώ, επειδή έχω εξουσία, πως όταν δώσω μια εντολή στους στρατιώτες μου να κάνουν κάτι, το κάνουν». Άρα, ζήτησε απ’ τον Κύριο, μιας και ένιωθε ανάξιος να Τον υποδεχτεί σπίτι του, μ’ ένα λόγο Του να θεραπεύσει το γιο του. Έτσι, ο Χριστός θαύμασε την πίστη και την ταπείνωσή του και έκανε το θαύμα.
Υπάρχουν δύο πράγματα που είναι χρήσιμα για μας. Το πρώτο είναι πως ο τρόπος που διαχειριζόμαστε τα λυπηρά γεγονότα της ζωής μας, φανερώνει και την πνευματική μας κατάσταση. Δηλαδή, ο τρόπος που διαχειριζόμαστε έναν πειρασμό, μια δυσκολία, μια ασθένεια και ένα θάνατο φανερώνει τον εσωτερικό μας κόσμο. Στην προκειμένη περίπτωση, η στάση του εκατόνταρχου προς το πρόβλημα του παιδιού του, μαρτυρεί και την κατάστασή του. Μπορεί να είμαστε χρόνια στην Εκκλησία, αλλά στη δυσκολία και στον πειρασμό θα φανεί η κατάστασή μας. Δεν έχει σημασία εξωτερικά τι είμαστε, αλλά, κυρίως, τι συμβαίνει μέσα μας. Όταν τα πράγματα είναι μια χαρά, είμαστε εντάξει. Στη δυσκολία, όμως, φαίνεται πόσο υπάρχει η χάρις του Θεού μέσα μας και πόσο «ζωντανή» είναι η πίστη μας και η σχέση μας με το Θεό.
Ο άνθρωπος που έχει πνευματική ισορροπία, φαίνεται στο πώς αντιμετωπίζει τον πειρασμό και τη δυσκολία. Πόσο αποδέχεται με άνεση, όσο είναι δυνατόν, τα πράγματα, και λέει προς το Θεό: «Να είναι ευλογημένο». Η περίπτωση του εκατόνταρχου μας υπενθυμίζει και την περίπτωση της Χαναναίας. Και στους δύο φανερώνεται η πίστη. Είναι εκπληκτικός ο τρόπος που φανερώνεται η πίστη του καθενός. Ο Κύριος προκαλεί τη Χαναναία και σ’ ένα βαθμό την προσβάλλει, αλλά αυτή το προσπερνάει και δεν δίνει σημασία. Ποιο είναι το εκπληκτικό; «Το ξεπέρασμα του ναρκισσισμού». Ο εκατόνταρχος, επίσης, τι λέει; «Δεν είμαι ικανός και άξιος να έρθεις στο σπίτι μου». Ποιος είναι διατεθειμένος από εμάς ν’ αποκαθηλώσει τόσο πολύ τον εαυτό του;
Ας δούμε και το δεύτερο σημείο. Χρειάζεται κάποια στιγμή να σταματήσουμε να κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας. Ο καθένας φτιάχνει διάφορες ιδέες με το μυαλό του, οχυρωνόμαστε πίσω απ’ αυτές και έχουμε μια βεβαιότητα και σιγουριά για την κατάστασή μας. Αυτό που εξετάζει ο Κύριος ως καρδιογνώστης είναι το κίνητρό μας και ο βαθύτερος λόγος που κάνουμε κάτι. Μπορεί να είμαστε στην εκκλησία πενήντα άτομα και να το «παίζουμε άγιοι». Η αλήθεια είναι αυτή που κρύβεται βαθιά μέσα μας.Το ουσιώδες είναι αυτό που βρίσκεται στην καρδιά μας. Ποιος είναι ο λόγος για κάτι. Μπορεί κάποιος να είναι απόλυτα δίκαιος, αλλά να μην έχει καρδιά. Κάποιος, όμως, μπορεί να είναι πολύ αμαρτωλός και χαμένος, αλλά να έχει καρδιά. Για τα μάτια του Χριστού τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά απ’ όσο φανταζόμαστε εμείς που ζούμε σε μια εποχή της «εικόνας». Κάνουμε πράγματα στη ζωή μας, που είναι εντελώς ξένα μ’ αυτό που πραγματικά είμαστε.
Άραγε, ξέρουμε γιατί ερχόμαστε στην εκκλησία; Για ποιο λόγο «πουλάμε» αγιότητα στους ανθρώπους; Γιατί τρελαινόμαστε αν μας αδικήσει κάποιος; Γιατί ψάχνουμε τη δικαίωσή μας; Αυτά είναι βαθιά ζητήματα που πρέπει να μας φέρουν σ’ επαφή με τον εαυτό μας. Η λύση αυτού του δράματος φανερώνεται στο κυριακάτικο ευαγγέλιο. Όλο το «μυστικό» της πνευματικής ζωής και της χαράς, που μας χαρίζει μια άνεση και με το Θεό και με τους αδελφούς μας, είναι ο λόγος του εκατόνταρχου: «Δεν είμαι άξιος να έρθεις στο σπίτι μου». Η αίσθηση της αναξιότητάς μας ελκύει το Θεό. Ο Θεός είναι για μας, επειδή ακριβώς δεν είναι για μας. Για τους ασθενείς και τους αμαρτωλούς είναι. Όταν ξέρουμε την κατάστασή μας και τον εαυτό μας, με ποιον θα συγκρινόμαστε και ποιον θα κρίνουμε γύρω μας;
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη κατάντια απ’ το να μπαίνεις σε σύγκριση με τον αδελφό σου. Φοβόμαστε να δούμε το «σκοτάδι» που κρύβουμε μέσα μας και ασχολούμαστε με τους άλλους.Ο ταπεινός άνθρωπος δεν ταράσσεται. Αναφέρει ο άγιος Σιλουανός: «Ο ταπεινός είναι σαν τη θάλασσα. Ρίχνεις μια πέτρα. Προς στιγμήν ταράσσεται, αλλά μετά ηρεμεί». Όταν ταρασσόμαστε, κάτι προβληματικό υπάρχει μέσα μας. Έρχεται όλα αυτά και μας τα αποκαλύπτει ο Χριστός. Ο εκατόνταρχος είναι μεγάλος «δάσκαλος». Λέμε εμείς πολλές φορές: «Αυτός έκανε μεγάλες ασκήσεις και νηστείες». Υπάρχει, όμως, ένα «μυστικό» που μας ελευθερώνει: Η συντριβή, η ταπείνωση και η συναίσθηση της κατάστασής μας.
Ο άνθρωπος που λειτουργεί έτσι και έχει αυτή τη χαρά, είναι άνετος με τους ανθρώπους. Είναι, δυστυχώς, φοβερό: Οι άνθρωποι της Εκκλησίας είμαστε οι πιο ιδιότροποι. Νομίζουμε πως κάτι διαφορετικό και εξαιρετικό είμαστε. Τον άνθρωπο, όμως, του Θεού τον χαίρονται όλοι και είναι μια «αγκαλιά» για όλους.



