Η «δύναμη» της πρόσκλησης

Spread the love

Του Γρηγόρη Δουμούζη – Θεολόγου, MSc Θεολογίας, Κοινωνιολόγου

Στο ευαγγέλιο της Κυριακής (Μτ. δ΄ 18-23) ο Χριστός συνάντησε τους μελλοντικούς μαθητές του: Τον Πέτρο, τον Ιάκωβο, τον Ανδρέα και τον Ιωάννη. Τους βρίσκει στην καθημερινότητά τους, δίπλα στην εργασία τους και στην οικογένειά τους. Εκεί τους καλεί να τους κάνει από απλούς «αλιείς», «αλιείς των ανθρώπων». Δηλαδή, να γίνουν Απόστολοι.

Αυτό που εντυπωσιάζει, αφενός, είναι η λιτότητα της πρόσκλησης: Απλώς τους προσκαλεί ο Κύριος να γίνουν «αλιείς ανθρώπων», αφετέρου, μας εντυπωσιάζει η αμεσότητα των μαθητών, οι οποίοι εγκαταλείπουν κατευθείαν την εργασία τους και την οικογένειά τους και ακολουθούν τον Χριστό. Ακούγεται σαν μια απλή ιστορία. Χρειάζεται, όμως, να εμβαθύνουμε σ’ αυτή την αμεσότητα της πρόσκλησης του Χριστού.

Θα ρωτήσει κάποιος: «Πώς μπορεί ο Χριστός να είναι τόσο πειστικός με μια τόσο απλή πρόταση;». Εμείς κάνουμε τόσο αγώνα να πείσουμε τους ανθρώπους για το καλό τους και δεν ακολουθούν αυτή την οδό. Αυτό συμβαίνει διότι ο Χριστός εμπνέει. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε πως δεν εμπνέουν τα λόγια μας, αλλά το πνεύμα που φέρουν τα λόγια μας. Λέμε σήμερα λόγια χωρίς να έχουμε λόγο ζωής, χωρίς να έχουμε αλλοιωθεί εμείς οι ίδιοι, χωρίς να είμαστε φως εμείς οι ίδιοι και, γι’ αυτό, δεν εμπνέουμε τους ανθρώπους. Δεν είναι υπόθεση τεχνικής ή τακτικής, αλλά, κυρίως, είναι μια εσωτερική κατάσταση. Αυτό που είμαστε εμπνέει τον άλλον ή όχι. 

Ασφαλώς, ο Κύριος είναι η ζωή και το φως, με αποτέλεσμα να έχει τη δυνατότητα να εμπνεύσει τον άνθρωπο. Υπάρχει, όμως, μια προϋπόθεση: Να είναι δεκτικός και ο άνθρωπος. Βλέπουμε τους μαθητές που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του Χριστού, γιατί είχανε δεκτικότητα. Αυτό, ταυτόχρονα, που εντυπωσιάζει και, ίσως, σκανδαλίζει, είναι ότι ο Χριστός δεν μπαίνει απλώς στην καθημερινότητά τους να την κάνει πιο ευχάριστη, όπως ζητούμε εμείς, αλλά ζητάει ν’ αφοσιωθούν σ’ Αυτόν, να εγκαταλείψουν την καθημερινότητά τους και να Τον ακολουθήσουν. Είναι φοβερό αυτό.

Οι μαθητές αφήνουν τις δουλειές τους και τις οικογένειές τους και φεύγουν. Δεν είναι ντροπή αυτό; Πώς είναι δυνατόν να το κάνει αυτό κάποιος; Για να το κάνεις αυτό, σημαίνει πως μέσα σου είσαι αλλού. Σημαίνει πως δούλεψες μέσα σου και ανακάλυψες το λόγο ζωής σου. Είναι πολύ δύσκολο να απεξαρτηθούμε απ’ αυτά που μας κρατούνε μακριά απ’ τον Χριστό. Θα πει κάποιος: «Ποιο ήταν το πρόβλημα; Οι καημένοι είχανε τις δουλειές τους και τις οικογένειές τους». Κι όμως: Μέσα τους είχανε έναν άλλο, δυνατότερο πόθο για την αλήθεια. Ο πόθος για την αλήθεια δουλεύεται. Είναι η «εργασία» της ζωής μας. 

Αυτό σημαίνει πως αναζητώ το Θεό, είμαι σε κατάσταση προσευχής, μελέτης και εσωτερικής εργασίας. Προσπαθώ να διαμορφώσω ένα τέτοιο «κλίμα» μέσα μου, όπου θα υπάρχει δεκτικότητα στη χάρη του Θεού. Εμείς είμαστε, δυστυχώς, βολεμένοι χριστιανοί. Ζούμε την καθημερινότητά μας και ζητούμε ένα Θεό που εξυπηρετεί αυτή την καθημερινότητά μας. Ακούμε πως οι μαθητές άφησαν τα πάντα για να Τον ακολουθήσουν και εμείς δεν μπορούμε ν’ αφήσουμε ούτε το ελάχιστο πράγμα απ’ τη ζωή μας. Κατά τ’ άλλα, θαυμάζουμε τον Χριστό, την στιγμή που είμαστε γεμάτοι εξαρτήσεις. 

Η απόδειξη ότι ζητώ τον Χριστό, ή η απόδειξη ότι αγαπώ κάποιο πρόσωπο, είναι η ικανότητα να μην εξαρτώμαι απ’ οτιδήποτε με χωρίζει απ’ αυτό το πρόσωπο. Οι εξαρτήσεις δείχνουν ότι δεν μου κάνει καμιά αίσθηση το πρόσωπο του άλλου και δεν είναι σημαντικός για μένα. Απ’ την στιγμή που έχουμε κολλήματα, σημαίνει πως δεν έχουμε λόγο στη ζωή μας. Αν, όμως, πάρουμε στα σοβαρά τη ζωή μας κι ο καθένας διεισδύσει μέσα του, θα κατανοήσει τι είναι σημαντικό. Τότε, θα καταλάβουμε πως καθημερινά προσκαλεί και εμάς ο Χριστός, αλλά Του γυρίζουμε την πλάτη. Για μας άλλα είναι σημαντικά. 

Έρχεται, λοιπόν, ο Χριστός και ξεκαθαρίζει το τοπίο. Μας απευθύνει πρόσκληση. Δεν αρχίζει τις φλυαρίες για να μας πείσει για κάτι. Βλέπουμε στις μέρες μας κάποιους πνευματικούς, δασκάλους ή γονείς να φλυαρούν για να πείσουν τον άλλον. Μετά τη δεύτερη κουβέντα, αν ο άλλος δεν ακούσει, σιωπάς. Δεν πρόκειται ούτε με εκατό κουβέντες ν’ ακούσει. Η πρόσκληση του Χριστού είναι αληθινή και απλή. Δεν χρειάζεται να πιέζουμε τον εαυτό μας και τους άλλους ώστε να τους πείσουμε για κάτι με το ζόρι.

Μια πρόσκληση μόνο αν είναι αληθινή, έχει την πιθανότητα ν’ αλλοιώσει τον άλλον άνθρωπο. Φυσικά, αυτό δεν είναι κάτι μαγικό. Χρειάζεται να δουλέψει ο άνθρωπος μέσα του. Είναι απαραίτητο να μάθουμε να σεβόμαστε την καρδιά μας, να την «ακούμε», να σιωπούμε, «ν’ αδειάζουμε» από πράγματα και ν’ αγαπάμε τους αδελφούς μας. Έτσι, ο άνθρωπος γίνεται μια «ευαίσθητη» ύπαρξη, που μπορεί και ακούει τις προσκλήσεις του Χριστού και ανταποκρίνεται σ’ αυτές.

Μείνετε ενημερωμένοι με τα πιο σημαντικά νέα

Πατώντας το κουμπί Εγγραφή, επιβεβαιώνετε ότι έχετε διαβάσει και συμφωνείτε με τηνΠολιτική Απορρήτου και τουςΌρους Χρήσης
Διαφήμιση