Προέδρου της Εταιρείας Αιολικών Μελετών
Η 8η Νοεμβρίου αποτελεί για το νησί μας την απαρχή της μετάβασής του από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο Ελλαδικό Βασίλειο. Η κατοχή της Μυτιλήνης αρχικά από τον ελληνικό στόλο και στρατό, οδήγησε τα στρατεύματα των δύο χωρών στη μάχη του Κλαπάδου στις 8 Δεκεμβρίου του 1912 όπου τα οθωμανικά νικήθηκαν και η κατοχή της Λέσβου έλαβε καθολική μορφή. Το νησί μας πέρασε στο καθεστώς των «Νέων Χωρών» μέχρι τη συνθήκη της Λωζάνης το 1923, οπότε ονομάστηκε επίσημα ελληνικό έδαφος.
Η απώλειά του όμως για την Οθωμανική Αυτοκρατορία υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική εξαιτίας της γεωπολιτικής του θέσης, αλλά και της μεγάλης του οικονομικής ανάπτυξης. Γι΄ αυτό και η στρατηγική των Οθωμανών απέναντι στη Λέσβο υπήρξε εντελώς διαφορετική από ό,τι στα υπόλοιπα νησιά του Β. Αιγαίου. Σύμφωνα με την ιστοριογραφία της εποχής οι Οθωμανοί προσπαθούσαν να αποκτήσουν ένα τουλάχιστον σύγχρονο πολεμικό πλοίο, ισχυρότερο του θωρακισμένου καταδρομικού «Γ. Αβέρωφ», που διέθετε ο ελληνικός στόλος, πλοίο το οποίο έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις νίκες των Ελλήνων κατά τις ναυμαχίες της Λήμνου και της Έλλης. Η επιδίωξή τους ήταν να επικρατήσουν και πάλι στο Αιγαίο πέλαγος και να ανακτήσουν τις χαμένες κτήσεις τους.
H Οθωμανική Αυτοκρατορία προχώρησε στην παραγγελία ενός πανίσχυρου θωρηκτού (τύπου dreadnought) στα βρετανικά ναυπηγεία Vickers στις 8 Ιουνίου 1911. Το πλοίο προοριζόταν να του δοθεί το όνομα Reşadiye (ή Reşad V) προς τιμήν του τότε Σουλτάνου Μεχμέτ Ε’. Το πλοίο θα κόστιζε περίπου όσο και το Αβέρωφ (2.650.000 χρυσές δραχμές). Τελικά κόστισε το ποσό των 2.500.000 χρυσών τουρκικών λιρών. Όμως, και ενώ οι Οθωμανοί κατέβαλαν ολόκληρο το ποσό στους Βρετανούς, εκείνοι κατάσχεσαν το πλοίο για τις ανάγκες του δικού τους στόλου καθώς είχε αρχίσει ο «Ευρωπαϊκός», όπως ονομάστηκε αρχικά ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος. Το πλοίο άλλαξε όνομα μετονομαζόμενο σε HMS Erin.
Η μεγάλη αυτή αποτυχία όμως δεν πτόησε τους Οθωμανούς οι οποίοι επεδίωκαν με κάθε τρόπο την απόκτηση θωρηκτών πλοίων. Η ευκαιρία τους δόθηκε μετά από την πρόταση των κεντροευρωπαϊκών δυνάμεων, ιδιαίτερα της Γερμανίας, να πολεμήσουν μαζί τους τις δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ. Οι Οθωμανοί έθεσαν έναν όρο για τη συμμετοχή τους στον πόλεμο. Την παράδοση στο ναυτικό τους δύο γερμανικών θωρηκτών πλοίων. Οι Γερμανοί όμως δεν μπορούσαν να μεταφέρουν πλέον πολεμικά τους πλοία στη Μεσόγειο, καθώς οι Βρετανοί είχαν κλείσει τα στενά του Γιβραλτάρ. Η μόνη λύση που τους απέμεινε ήταν να παραδώσουν στους Τούρκους δύο πλοία τους, τα οποία ήδη βρίσκονταν και ταξίδευαν στη λεκάνη της Μεσογείου. Αυτά ήταν το πανίσχυρο καταδρομικό μάχης SMSGoeben και το ελαφρύ καταδρομικό SMSBreslau. Τα δύο πλοία βρίσκονταν συνεχώς στο στόχαστρο του βρετανικού στόλου, ο οποίος τα καταδίωκε και προσπαθούσε να τα βυθίσει δίχως όμως αποτέλεσμα.
Το καλοκαίρι του 1914 τα δύο γερμανικά θωρηκτά χρησιμοποιούσαν ως κρησφύγετό τους το ελληνικό νησάκι Δονούσα. Όμως είχαν ξεμείνει από κάρβουνο και δεν μπορούσαν να ταξιδέψουν. Ο κίνδυνος να τα ανακαλύψουν οι Άγγλοι ήταν πολύ μεγάλος και η τύχη τους αβέβαιη. Οι τελευταίοι είχαν ήδη καθαιρέσει δύο Ναυάρχους γιατί δεν είχαν κατορθώσει να τα βυθίσουν. Το ημερολόγιο έγραφε νύχτα 5ης προς 6η Αυγούστου 1914. Μια μερσεντές με τον Γερμανό πρέσβη σταμάτησε μπροστά στην κατοικία του πρωθυπουργού της Ελλάδας, Ελευθέριου Βενιζέλου. Ο αστυνομικός-φρουρός αμέσως τον ξύπνησε λέγοντας ότι ο Γερμανός πρέσβης ήθελε επειγόντως να τον συναντήσει.
Εκείνος κατέβηκε στη σάλα και άκουσε με προσοχή τον Γερμανό να του εξιστορεί, προσπαθώντας να τον παραπλανήσει, ότι θα πρέπει να βοηθήσει ένα γερμανικό εμπορικό πλοίο να ανθρακεύσει ανοιχτά της Κρήτης γιατί κινδύνευε να βυθιστεί. Να απελευθερώσει, δηλαδή, δύο γερμανικά φορτηγά πλοία γεμάτα κάρβουνα, τα οποία η Ελλάδα είχε κατάσχει στον Πειραιά. Ο Βενιζέλος δίχως περιστροφές και περιέργως του απάντησε θετικά. Οι ιστορικοί της πλευράς του υποστήριξαν ότι ο πρωθυπουργός γνώριζε τις προθέσεις των Γερμανών και επίτηδες έδωσε την άδεια, ώστε να αλλάξει τη ροή του Α΄ παγκόσμιου πολέμου, γεγονός που επιβεβαιώθηκε, με την Ελλάδα να βρεθεί με τη λήξη του στην ομάδα των νικητών και την Οθωμανική Αυτοκρατορία με τους ηττημένους. Τα δύο γερμανικά θωρηκτά αφού ανθράκευσαν ταξίδεψαν πάση δυνάμει προς τα Δαρδανέλια ξεφεύγοντας και πάλι από τους διώκτες τους. Στη συνέχεια η Οθωμανική Αυτοκρατορία σύρθηκε στο άρμα της Γερμανίας και στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο.
Με την είσοδό τους στα νερά της Κωνσταντινούπολης (11/08/1914) αμέσως τόσο ο Γερμανός Ναύαρχος Fuson όσο και τα πληρώματά τους άλλαξαν στολές φορώντας οθωμανικές και τα ίδια άλλαξαν ονόματα. Το πρώτο μετονομάστηκε (YavuzSultanSelim) και το δεύτερο σε (Midilli = «Μυτιλήνη»). Οι Οθωμανοί σταθεροί στην στρατηγική τους βάφτισαν το πλοίο Μυτιλήνη, γεγονός πρωτοφανές για την παγκόσμια ιστορία καθώς το νησί δεν ανήκε πλέον στην κυριότητά τους. Η απόφαση αυτή υποδήλωνε την πρόθεσή τους για να το ανακαταλάβουν. Η πληροφορία αυτή δημιούργησε εύλογα ερωτήματα σε αρκετούς κατοίκους του οι οποίοι αναρωτιούνταν τελικά εάν θα γίνουν Ελλάδα ή θα επιστρέψουν στην πρότερη κατάσταση.
Στις 20 Ιανουαρίου του 1918 τα δύο θωρηκτά εξήλθαν από τα Δαρδανέλια και ενεπλάκησαν σε ναυμαχία με τον αγγλικό στόλο ανοιχτά της Ίμβρου. Το Μυτιλήνη προσέκρουσε σε πέντε νάρκες και βυθίστηκε σχεδόν αμέσως παρασύροντας στο βυθό 336 Γερμανούς ναύτες και αξιωματικούς από τους περίπου 500 που ήταν το πλήρωμά του. Μαζί του βυθίστηκαν και οι βλέψεις των Οθωμανών για την ανακατάληψη της Λέσβου. Το Goeben προσέκρουσε επίσης σε νάρκες αλλά κατάφερε, βαριά τραυματισμένο, να επιστρέψει στα Δαρδανέλια χρησιμοποιώντας τα στεγανά του δωμάτια καθώς ήταν μεγάλο και σύγχρονο για την εποχή του πλοίο.






