του Χρήστου Κουτλή,
προέδρου του Αγροτικού Συνεταιρισμού Ακρασίου
Επειδή το πρόβλημα και η σύγχυση για τον Αφθώδη Πυρετό (Α.Π.), εξακολουθεί, δυστυχώς, να παραμένει και προκειμένου να γίνουν πιο συγκεκριμένα και πιο κατανοητά ορισμένα πράγματα, επανέρχομαι, σε συνέχεια της παρέμβασής που έγινε, από την πλευρά μου, στα Νέα της Λέσβου, στις 13/5/2026, σημειώνοντας τα παρακάτω:
Εκ των πραγμάτων, διαπιστώνεται ότι η μέχρι σήμερα ακολουθούμενη πρακτική, σχετικά με την αντιμετώπιση της νόσου του Α.Π., αδυνατεί να δώσει λύση και διαιωνίζει το πρόβλημα, οδηγώντας τελικά σε αδιέξοδο την όλη υπόθεση/κατάσταση, με κίνδυνο να εξαφανιστεί ακόμη και ολόκληρο το ζωικό κεφάλαιο του νησιού, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Εξ αρχής δημιουργείται ένα εύλογο ερώτημα: Πώς γίνεται, αφού η μεταδοτικότητα του ιού είναι τόσο μεγάλη, όπως διακηρύσσεται κατ’ επανάληψη, από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΥΑΑ και Τροφίμων, να μην έχει μεταδοθεί ο ιός σε όλο σχεδόν το ζωικό κεφάλαιο της εκτροφής τουλάχιστον, δηλαδή, να μην υπάρχουν αντισώματα σε όλα τα ζώα της εκτροφής, τουτέστιν σε όλα τα δείγματα, παρά μόνο σε ορισμένα;
Αναρωτιέται, επίσης, κανείς:
Αρκεί η εμφάνιση αντισωμάτων, σε ορισμένα ζώα της εκτροφής και χωρίς έλεγχο των υπολοίπων, να ακολουθείται η θανάτωση όλων, με το επιχείρημα ότι μπορούν αυτά να γίνουν εστίες μετάδοσης της νόσου, επειδή στο ρινοφάρυγγα, κάποιων ή και πολλών εξ αυτών, παραμένει για κάποιο χρονικό διάστημα ιικό φορτίο;
Για το θέμα αυτό, σύμφωνα με σχετικές αναφορές, η απάντηση είναι ότι ο ιός του Α.Π. δεν παραμένει σε όλα τα ζώα μετά την ανάπτυξη των αντισωμάτων. Σε αυτά, που ενδεχόμενα παραμένει ιικό φορτίο, αυτό είναι συνήθως πολύ χαμηλότερο, σε σχέση με αυτό της οξείας φάσης της νόσου και η ικανότητα μετάδοσης από τα ζώα-φορείς, υπό φυσικές συνθήκες, σε άλλα ζώα της εκτροφής, θεωρείται εξαιρετικά χαμηλή, έως μηδενική. Μάλιστα “σε ελεγχόμενα πειράματα, η παρατεταμένη συνύπαρξη και στενή επαφή υγιών ζώων με βοοειδή-φορείς, δεν οδήγησε σε μετάδοση της νόσου”.
Συμπερασματικά: Η παρουσία αντισωμάτων στον οργανισμό ενός ζώου, δείχνει ότι το ζώο ασθένησε μεν, αλλά ιάθηκε, με τη δημιουργία αντισωμάτων. Το χαμηλό δε ιικό φορτίο, όπου αυτό παραμένει, δεν επαρκεί, συνήθως, για να προκαλέσει μετάδοση της νόσου.
Και κάτι ακόμα:
Τα αντισώματα που αναπτύσσονται, σχεδόν, σε κάθε οργανισμό, όταν προσβάλλεται από κάποιο μικροβιακό παράγοντα είναι, ως γνωστό, μέσο άμυνας του οργανισμού. Αυτό το μέσο άμυνας, στην προκειμένη περίπτωση, επειδή συμβαίνει να διατηρείται για κάποιο χρονικό διάστημα, τελικά χρησιμοποιείται ως δείκτης νόσησης-λοίμωξης. Όπως, όμως, προαναφέρθηκε στις περιπτώσεις εκείνες, που ιικό φορτίο παραμένει στο ρινοφάρυγγα του ζώου, η πιθανότητα μετάδοσης της νόσου, πρακτικά, είναι εξαιρετικά χαμηλή, έως μηδενική.
Για τα ως άνω αναφερόμενα, τόσο η Παγκόσμια Οργάνωση για την Υγεία των Ζώων, όσο και ο Νόμος για την Υγεία των Ζώων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προβλέπουν ότι η ανίχνευση αντισωμάτων και μόνο, δεν αποτελεί κριτήριο για την υποχρεωτική θανάτωση των ζώων, έναντι του Α.Π.
Όσον αφορά την διενέργεια εργαστηριακών ελέγχων και την ανεύρεση στα δείγματα ιών ή γενετικού τους υλικού RNA (με PCR), αναφέρεται ότι δεν αρκεί απλά η παρουσία των ως άνω. Απαιτείται επιβεβαίωση της ακέραιης και ζωντανής τους παρουσίας τη δεδομένη στιγμή στο σώμα του ζώου, γιατί τότε μόνο υπάρχει δυνατότητα να προκληθεί μόλυνση και μετάδοση της νόσου. (Η επιβεβαίωση αυτή γίνεται με άλλες μεθόδους, όπως μέσω κυτταροκαλλιέργειας).
Ύστερα από τα παραπάνω, η Ενωσιακή, αλλά και Ελληνική νομοθεσία, απέναντι στο αδιέξοδο των μέχρι σήμερα ακολουθούμενων τακτικών αντιμετώπισης της ως άνω νόσου, εκτιμώντας και συνυπολογίζοντας τις μελέτες και εισηγήσεις των αρμόδιων επιστημονικών φορέων, οφείλουν να επανεξετάσουν και να εναρμονίσουν το νομοθετικό τους πλαίσιο, εφόσον αυτό καθίσταται αναγκαίο, ώστε να ανατραπεί, επ’ ωφελεία όλων, όσο νωρίτερα γίνεται, το όλο αρνητικό και επώδυνο σκηνικό, το οποίο απειλεί με αφανισμό την Ελληνική κτηνοτροφία.
Δεν μπορεί ολόκληρη η εκτροφή, να οδηγείται σε σφαγή, και συνακόλουθα χρόνο με το χρόνο και βαθμηδόν, να θανατώνονται νέες εκτροφές, προκαλώντας σχεδόν αφανισμό του ζωικού κεφαλαίου και με τεράστιο οικονομικό κόστος στον πρωτογενή τομέα, στους ανθρώπους που ασχολούνται με αυτόν και όχι μόνο.



