Εισαγωγή
Οι οικονομικές συνέπειες ενός πολέμου φτάνουν στο οικογενειακό τραπέζι μέσα από διαδρομές που συχνά παραμένουν αθέατες. Η ανασφάλεια στις θαλάσσιες μεταφορές, οι απειλές κατά ενεργειακών εγκαταστάσεων και η αβεβαιότητα για τον εφοδιασμό επηρεάζουν το κόστος παραγωγής και διανομής. Η επιβάρυνση εμφανίζεται στον λογαριασμό του ηλεκτρικού, στην τιμή του ψωμιού, στα μεταφορικά και στα έξοδα κατοικίας. Έτσι, μια διεθνής σύγκρουση αποκτά πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο για τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Η συζήτηση αυτής της εβδομάδας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στις 15 και 16 Οκτωβρίου, επιβεβαιώνει τον επείγοντα χαρακτήρα του ζητήματος: Οι ηγέτες ζήτησαν να εξεταστούν πρόσθετα βραχυπρόθεσμα μέτρα για τις υψηλές ενεργειακές τιμές. Στην Ελλάδα, η ΕΛΣΤΑΤ (Ελληνική Στατιστική Αρχή) καταγράφει ετήσια αύξηση του εθνικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή κατά 5% τον Σεπτέμβριο. Το στοιχείο αποτυπώνει τη συνολική ανατίμηση, χωρίς να σημαίνει ότι κάθε αύξηση προκαλείται αποκλειστικά από την ενέργεια.
Η ασφάλεια του εφοδιασμού και το τίμημά της
Η ενεργειακή ασφάλεια περιλαμβάνει την επάρκεια, την αξιοπιστία του εφοδιασμού και την οικονομική δυνατότητα πρόσβασης. Μια χώρα μπορεί να διαθέτει καύσιμα και ηλεκτρισμό, ενώ μέρος του πληθυσμού αδυνατεί να καλύψει βασικές ανάγκες θέρμανσης ή μετακίνησης. Η διαθεσιμότητα και η προσιτή τιμή πρέπει επομένως να εξετάζονται μαζί.
Όταν αυξάνεται ο κίνδυνος διακοπών, οι επιχειρήσεις αναζητούν εναλλακτικούς προμηθευτές, διατηρούν μεγαλύτερα αποθέματα ή επιλέγουν ακριβότερες διαδρομές. Αυτές οι επιλογές ενισχύουν την αντοχή τους, αλλά έχουν κόστος. Επιπλέον, οι ενεργειακές ανατιμήσεις διαχέονται στην οικονομία μέσω των πρώτων υλών και των μεταφορών. Η ένταση της μετακύλισης εξαρτάται από τον ανταγωνισμό, τα συμβόλαια, τα περιθώρια κέρδους και τη δυνατότητα των καταναλωτών να περιορίσουν τις αγορές τους.
Στην ηλεκτρική ενέργεια, η τιμή του φυσικού αερίου μπορεί να επηρεάζει τη χονδρική τιμή όταν οι αντίστοιχες μονάδες είναι αναγκαίες για την κάλυψη της ζήτησης. Η επίδραση εξαρτάται από το μείγμα παραγωγής και τις συνθήκες κάθε ώρας. Γι’ αυτό η εγκατάσταση φθηνότερης παραγωγής χρειάζεται να συνοδεύεται από κατάλληλα δίκτυα και αποθήκευση, ώστε το όφελος να αξιοποιείται όταν υπάρχει ανάγκη.
Η ενέργεια μέσα στην τιμή των τροφίμων
Η ενεργειακή δαπάνη για ένα τρόφιμο ξεκινά πολύ πριν φτάσει στην κουζίνα του τελικού καταναλωτή. Ο γεωργός χρειάζεται καύσιμα για τα μηχανήματα και ηλεκτρισμό για την άρδευση. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων συνδέεται στενά με το φυσικό αέριο. Ακολουθούν η μεταποίηση, η συσκευασία και η συντήρηση σε ψυκτικούς θαλάμους. Κάθε στάδιο προσθέτει δαπάνες πριν το προϊόν φτάσει στο κατάστημα.
Το ψωμί, για παράδειγμα, επιβαρύνεται από το κόστος καλλιέργειας των σιτηρών, την άλεση, τη μεταφορά και τη λειτουργία του φούρνου. Στα γαλακτοκομικά και στα κατεψυγμένα προϊόντα προστίθεται η ανάγκη αδιάλειπτης ψύξης. Εάν ακριβύνει το πετρέλαιο κίνησης, αυξάνεται η πίεση στις διανομές, ιδιαίτερα όταν απαιτούνται μεγάλες αποστάσεις ή θαλάσσιες συνδέσεις.
Η μεταβολή της τελικής τιμής, ωστόσο, δεν είναι μηχανική, ούτε ίδια για όλα τα προϊόντα. Οι καιρικές συνθήκες, η συγκομιδή και η διεθνής ζήτηση επηρεάζουν επίσης το αποτέλεσμα. Γι’ αυτό χρειάζεται έλεγχος ολόκληρης της αλυσίδας, ώστε να διαπιστώνεται ποιο κόστος πράγματι αυξήθηκε και ποιος το απορρόφησε.
Όταν η πίεση παρατείνεται, ο παραγωγός μπορεί να περιορίσει τη χρήση εισροών ή την καλλιεργούμενη έκταση, επηρεάζοντας τη μελλοντική προσφορά. Αντίστοιχα, ο καταναλωτής στρέφεται σε φθηνότερες επιλογές ή μειώνει ποσότητες. Η εξέλιξη αυτή μεταφέρει τη συζήτηση από την τιμή ενός προϊόντος στην επάρκεια και την ποιότητα της διατροφής.
Γιατί ακριβαίνουν και οι υπηρεσίες
Η επίδραση επεκτείνεται στις υπηρεσίες, παρότι η ενεργειακή τους ένταση διαφέρει σημαντικά. Ένα ξενοδοχείο χρειάζεται θέρμανση, κλιματισμό και πλυντήρια. Ένα εστιατόριο πληρώνει ακριβότερα τόσο την ενέργεια όσο και τα τρόφιμα που αγοράζει. Οι μεταφορικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν άμεσα το κόστος των καυσίμων. Ακόμη και μια μικρή επιχείρηση γραφείου επιβαρύνεται από τη λειτουργία του χώρου της.
Ο επαγγελματίας μπορεί να απορροφήσει μέρος της αύξησης, περιορίζοντας το κέρδος του, ή να αναπροσαρμόσει τις χρεώσεις. Σε παρατεταμένη κρίση, οι αντοχές στενεύουν. Παράλληλα, οι εργαζόμενοι ζητούν αποκατάσταση της αγοραστικής τους δύναμης. Η τελική εξέλιξη των τιμών διαμορφώνεται από αυτές τις αλληλεπιδράσεις και απαιτεί αξιολόγηση ανά κλάδο, αντί για γενικευμένες εξηγήσεις που αποδίδουν τα πάντα σε έναν παράγοντα.
Υπάρχει και η επίδραση στη ζήτηση. Όσο μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος κατευθύνεται σε καύσιμα και βασικά αγαθά, τόσο λιγότερα χρήματα απομένουν για άλλες υπηρεσίες. Μια επιχείρηση μπορεί επομένως να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα υψηλότερα έξοδα και λιγότερους πελάτες.
Για την Ελλάδα, η σταθερότητα του ενεργειακού κόστους αποτελεί βασική προϋπόθεση για βιώσιμη παραγωγή και απασχόληση.
Το σπίτι και η συνολική δαπάνη στέγασης
Στην κατοικία, η ενεργειακή ανασφάλεια γίνεται αισθητή μέσα από το ηλεκτρικό ρεύμα, τη θέρμανση και τα κοινόχρηστα. Ένα διαμέρισμα με ανεπαρκή μόνωση χρειάζεται περισσότερη ενέργεια για να προσφέρει ανεκτές συνθήκες διαβίωσης. Το χαμηλό ενοίκιο μπορεί συνεπώς να συνοδεύεται από δυσανάλογα υψηλά λειτουργικά έξοδα. Η πραγματική προσιτότητα της στέγης προκύπτει από το άθροισμα αυτών των υποχρεώσεων.
Υπάρχει επίσης επίδραση στο κόστος κατασκευής και επισκευής, καθώς υλικά όπως το τσιμέντο, ο χάλυβας και το γυαλί απαιτούν ενεργοβόρα παραγωγή. Ωστόσο, τα ενοίκια επηρεάζονται καθοριστικά και από την προσφορά κατοικιών, τη ζήτηση και τις χρήσεις των ακινήτων. Δεν δικαιολογείται η αυτόματη απόδοση κάθε μισθωτικής αύξησης στην ενέργεια.
Η ενεργειακή αναβάθμιση μπορεί να μειώσει διαρκώς τις δαπάνες, χρειάζεται όμως αρχική χρηματοδότηση. Ο ενοικιαστής συνήθως δεν αποφασίζει για τη μόνωση ή την αντικατάσταση του συστήματος θέρμανσης. Οι δημόσιες παρεμβάσεις οφείλουν να διευκολύνουν τη συνεργασία ιδιοκτήτη και ενοίκου, προστατεύοντας τα ευάλωτα νοικοκυριά από επιβαρύνσεις που ακυρώνουν την εξοικονόμηση.
Η άνιση κατανομή της επιβάρυνσης
Το ίδιο ποσοστό ανατίμησης έχει διαφορετικό βάρος ανάλογα με το διαθέσιμο εισόδημα. Για ένα νοικοκυριό που δαπανά σχεδόν ολόκληρο τον προϋπολογισμό του σε βασικές ανάγκες, η αύξηση του λογαριασμού σημαίνει περικοπή άλλων αναγκαίων αγορών. Όποιος διαθέτει αποταμιεύσεις ή αποδοτικότερη κατοικία έχει περισσότερες δυνατότητες προσαρμογής.
Εδώ βρίσκεται και μια παγίδα της δημόσιας συζήτησης. Η υποχώρηση του πληθωρισμού σημαίνει ότι οι τιμές αυξάνονται βραδύτερα. Δεν σημαίνει ότι επιστρέφουν στα προηγούμενα επίπεδα. Αντίστοιχα, μια πτώση της χονδρικής τιμής ενέργειας μπορεί να φτάσει με καθυστέρηση στη λιανική, λόγω συμβολαίων και προηγούμενων προμηθειών. Η καθημερινή δυσκολία των πολιτών πρέπει να αξιολογείται με βάση το επίπεδο των δαπανών και την εξέλιξη των εισοδημάτων τους.
Άμεση προστασία και μείωση της εξάρτησης
Η αντιμετώπιση απαιτεί άμεση στήριξη με σαφή στόχευση. Τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα και οι βιώσιμες μικρές επιχειρήσεις που πλήττονται δυσανάλογα χρειάζονται αποτελεσματική πρόσβαση στην ενίσχυση. Η επιλογή των δικαιούχων πρέπει να στηρίζεται στις πραγματικές ανάγκες, με διαφανή κριτήρια και έλεγχο του δημοσιονομικού κόστους. Οι οριζόντιες επιδοτήσεις απορροφούν πόρους ακόμη και για καταναλώσεις που δεν χρειάζονται δημόσια προστασία.
Ταυτόχρονα, απαιτείται ουσιαστική εποπτεία των αγορών. Οι αρχές οφείλουν να εξετάζουν περιθώρια κέρδους και πρακτικές τιμολόγησης, τεκμηριώνοντας παραβάσεις όπου υπάρχουν. Ούτε η επίκληση του πολέμου αρκεί για να εξηγήσει οποιαδήποτε ανατίμηση, ούτε η ύπαρξη αύξησης αποδεικνύει από μόνη της αισχροκέρδεια. Η δημόσια εμπιστοσύνη χρειάζεται στοιχεία και αποφάσεις που μπορούν να ελεγχθούν.
Σε μεγαλύτερο ορίζοντα, η Ελλάδα χρειάζεται εξοικονόμηση ενέργειας, αποδοτικότερα κτίρια και επενδύσεις σε ηλεκτρικά δίκτυα και αποθήκευση. Οι ανανεώσιμες πηγές περιορίζουν την έκθεση στα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, όταν εντάσσονται σε σύστημα που εξασφαλίζει αξιόπιστη τροφοδοσία. Οι διασυνδέσεις και η διαφοροποίηση προμηθευτών συμπληρώνουν αυτή την προσπάθεια. Κάθε έργο πρέπει να αξιολογείται ως προς τη συμβολή του στην επάρκεια και το συνολικό κόστος που τελικά αναλαμβάνει ο καταναλωτής.
Αντίστοιχη σημασία έχει η δυνατότητα αγροτικών συνεταιρισμών και μικρών επιχειρήσεων να χρηματοδοτούν αποδοτικότερο εξοπλισμό και αυτοπαραγωγή, όπου είναι εφικτή. Η αξιολόγηση των προγραμμάτων πρέπει να δημοσιοποιεί πόση ενέργεια εξοικονομήθηκε, ποιοι ωφελήθηκαν και πόσο μειώθηκαν οι τελικές δαπάνες. Έτσι, οι δημόσιοι πόροι συνδέονται με αποτελέσματα που μπορούν να διαπιστώσουν οι ίδιοι οι πολίτες, αντί να εξαντλούνται στην ανακοίνωση κονδυλίων.
Επίλογος
Το κόστος της ενεργειακής ανασφάλειας κατανέμεται μέσα από τις τιμές, τα επιχειρηματικά κέρδη και τον κρατικό προϋπολογισμό. Συχνά επιβαρύνει περισσότερο εκείνους που έχουν τις μικρότερες δυνατότητες να προστατευθούν. Η πολιτική ευθύνη συνίσταται στην αποτροπή αυτής της άνισης μεταφοράς βαρών, με μέτρα που προσφέρουν άμεση ανακούφιση και περιορίζουν την έκθεση στην επόμενη κρίση.
Η επιτυχία θα φανεί στην καθημερινότητα: Στην επαρκή θέρμανση μιας κατοικίας, στη δυνατότητα αγοράς ποιοτικών τροφίμων και στη συνέχιση λειτουργίας μιας μικρής επιχείρησης. Εκεί αποκτά ουσιαστικό νόημα η ενεργειακή ασφάλεια για την κοινωνία.
*Ο Παράσχος Μανιάτης είναι καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος 5 διδακτορικών διπλωμάτων από Σουηδικά και Αμερικανικά Πανεπιστήμια στους κλάδους: Logistics για Μηχανικούς, Μάνατζμεντ για Μηχανικούς, Οικονομικά & Χρηματοοικονομικά, Πολιτικές Επιστήμες & Δημόσιες Σχέσεις, Μουσική Σύνθεση & Μαέστρος Μουσικής. Δίδαξε 41 χρόνια σε 9 δημόσια Πανεπιστήμια και 3 ιδιωτικά Πανεπιστήμια ανά τον κόσμο.




