Η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης, στις 20 Οκτωβρίου 2026, να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο επαναφέρει την Ανατολική Μεσόγειο στο επίκεντρο μιας αντιπαράθεσης με διπλωματικές, ενεργειακές και οικονομικές προεκτάσεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση απάντησε απορρίπτοντας τη συμφωνία και επαναβεβαιώνοντας την αλληλεγγύη της προς την Ελλάδα και την Κύπρο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πλέον εάν αυτή η καταδίκη θα επηρεάσει την πρόσβαση της Τουρκίας σε ευρωπαϊκούς πόρους. Η απάντηση απαιτεί ακρίβεια: Η πολιτική πίεση ενισχύεται, αλλά η χρηματοδότηση δεν διακόπτεται αυτομάτως, καθώς απαιτούνται αποφάσεις από αρμόδια όργανα.
Μια μεταστροφή με περιφερειακό βάρος
Η λιβυκή Βουλή, η οποία εδρεύει στην ανατολική Λιβύη και συνδέεται με το στρατόπεδο του Χαλίφα Χαφτάρ, ενέκρινε ομόφωνα το μνημόνιο που είχε υπογραφεί το 2019 μεταξύ της Άγκυρας και της τότε κυβέρνησης της Τρίπολης. Παράλληλα, ανακάλεσε αποφάσεις του 2020 που απέρριπταν τις συμφωνίες με την Τουρκία και διέκοπταν τις πολιτικές σχέσεις μαζί της. Πρόκειται για αξιοσημείωτη ανατροπή της προηγούμενης στάσης της ανατολικής πλευράς.
Πολιτικά, η εξέλιξη περιορίζει ένα εσωτερικό λιβυκό εμπόδιο που αξιοποιούσε η ελληνική διπλωματία: Την αντίθεση μεταξύ των λιβυκών κέντρων εξουσίας ως προς τη συμφωνία. Η Άγκυρα μπορεί πλέον να επικαλείται ευρύτερη λιβυκή αποδοχή. Αυτό ενισχύει την επιχειρηματολογία της στο διπλωματικό πεδίο, χωρίς να επιλύει τις διεθνείς αντιρρήσεις. Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών χαιρέτισε την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι το μνημόνιο προστατεύει τα αμοιβαία συμφέροντα των δύο χωρών σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και την αρχή της ευθυδικίας.
Η κοινοβουλευτική έγκριση δεν σβήνει τα ελληνικά δικαιώματα
Η Αθήνα απέρριψε αμέσως τη λιβυκή απόφαση. Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών υπογράμμισε ότι αυτή δεν μεταβάλλει τον παράνομο και άκυρο χαρακτήρα του μνημονίου και ότι η επιχειρούμενη οριοθέτηση παραγνωρίζει τα ελληνικά νησιά και τα δικαιώματά τους σε θαλάσσιες ζώνες. Το βασικό ελληνικό επιχείρημα παραμένει ότι η Τουρκία και η Λιβύη δεν μπορούν να χαράσσουν μεταξύ τους όρια σαν να μην παρεμβάλλονται ελληνικές ακτές.
Το ζήτημα, επομένως, υπερβαίνει τη διαδικασία έγκρισης μιας συμφωνίας στο εσωτερικό της Λιβύης. Η συναίνεση δύο κρατών δεν αρκεί για να αφαιρέσει δικαιώματα τρίτου. Ήδη από τον Δεκέμβριο του 2019, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε διατυπώσει ότι το μνημόνιο παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων χωρών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για αυτές. Η νέα επικύρωση δεν ανατρέπει αυτή την ευρωπαϊκή θέση.
Η πρακτική ανησυχία αφορά την ενδεχόμενη επίκληση του μνημονίου για έρευνες ή άλλες δραστηριότητες σε περιοχές ελληνικών διεκδικήσεων. Εάν η κοινοβουλευτική πράξη χρησιμοποιηθεί ως αφετηρία νέων τετελεσμένων, η αντιπαράθεση θα μπορούσε να περάσει από τις ανακοινώσεις στο επιχειρησιακό πεδίο. Μια τέτοια εξέλιξη θα αύξανε την αβεβαιότητα για επενδύσεις και ενεργειακά έργα, ενισχύοντας το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον για πρόληψη της κλιμάκωσης και διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας.
Το σαφές μήνυμα των Βρυξελλών
Η αντίδραση της ευρωπαϊκής ηγεσίας υπήρξε άμεση. Με κοινή δήλωση στις 20 Οκτωβρίου, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν εξέφρασαν τη βαθιά λύπη τους για την επικύρωση. Επανέλαβαν ότι η θέση της Ένωσης παραμένει αμετάβλητη, χαρακτήρισαν τη συμφωνία άκυρη και επιβεβαίωσαν την αλληλεγγύη προς την Ελλάδα και την Κύπρο.
Η σημασία της δήλωσης βρίσκεται και στο θεσμικό της επίπεδο. Η αμφισβήτηση ελληνικών και κυπριακών δικαιωμάτων αντιμετωπίζεται ως ευρωπαϊκό ζήτημα. Ωστόσο, η ανακοίνωση δεν περιλαμβάνει απόφαση αναστολής κονδυλίων, ούτε αναγγελία νέων οικονομικών κυρώσεων. Η διάκριση είναι ουσιώδης: Η δημόσια καταδίκη διαμορφώνει πολιτικό έδαφος για επόμενες κινήσεις, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της εντολή διακοπής πληρωμών.
Ποια χρηματοδότηση θα μπορούσε να επηρεαστεί
Η ευρωπαϊκή οικονομική σχέση με την Τουρκία αποτελείται από διαφορετικά εργαλεία. Η χώρα παραμένει επιλέξιμη για στήριξη μέσω του Μηχανισμού Προενταξιακής Βοήθειας IPA III και του Ευρωπαϊκού Ταμείου για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη Plus. Στο σχετικό πλαίσιο περιλαμβάνονται μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις, με διαφορετικούς όρους και φορείς υλοποίησης. Συνεπώς, δεν υπάρχει ένας ενιαίος λογαριασμός τον οποίο οι Βρυξέλλες μπορούν απλώς να κλείσουν με πολιτική ανακοίνωση.
Ως πιθανή πολιτική εξέλιξη, η επικύρωση μπορεί να αυξήσει τις αντιδράσεις στην έγκριση νέων χρηματοδοτικών διευκολύνσεων ή στην επέκταση συνεργασιών. Η Ελλάδα και η Κύπρος αποκτούν πρόσθετο επιχείρημα υπέρ αυστηρότερων όρων: Η ευρωπαϊκή στήριξη οφείλει να συμβαδίζει με τον σεβασμό των δικαιωμάτων των κρατών-μελών. Περικοπές, ανακατευθύνσεις ή αναστολές, όμως, θα απαιτούσαν χωριστές αποφάσεις, σύμφωνα με τους κανόνες κάθε προγράμματος και τις ισχύουσες δεσμεύσεις.
Για να αποκτήσει ουσιαστικό αποτέλεσμα, μια τέτοια σύνδεση θα έπρεπε να περιγράφει σαφώς ποιες ενέργειες προκαλούν περιορισμούς και ποιες επιτρέπουν την άρση τους. Διαφορετικά, η απειλή οικονομικού κόστους κινδυνεύει να μείνει αόριστη. Η αξιολόγηση νέων προγραμμάτων, ο έλεγχος της τελικής χρήσης των πόρων και η προστασία υφιστάμενων νόμιμων δικαιωμάτων θα μπορούσαν να αποτελέσουν στοιχεία μιας πολιτικής που συνδυάζει πίεση, προβλεψιμότητα και διατήρηση της δυνατότητας διαλόγου.
Το προηγούμενο που δείχνει τις δυνατότητες πίεσης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χρησιμοποιήσει οικονομικά εργαλεία απέναντι σε τουρκικές ενέργειες στην Ανατολική Μεσόγειο. Στις 15 Ιουλίου 2019, λόγω των παράνομων γεωτρήσεων, το Συμβούλιο ενέκρινε την πρόταση της Επιτροπής για μείωση της προενταξιακής βοήθειας προς την Τουρκία για το 2020. Παράλληλα, κάλεσε την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων να επανεξετάσει τη δανειοδοτική της δραστηριότητα στη χώρα, ιδίως τα δάνεια με κρατική εγγύηση.
Το προηγούμενο αποδεικνύει ότι η ευρωπαϊκή καταδίκη μπορεί να αποκτήσει οικονομικό περιεχόμενο. Δεν σημαίνει ότι τα ίδια μέτρα επανενεργοποιούνται σήμερα εξαιτίας της λιβυκής ψηφοφορίας. Δείχνει, όμως, ένα διαθέσιμο πολιτικό υπόδειγμα: Στοχευμένη πίεση, επανεξέταση νέων δεσμεύσεων και σύνδεση συγκεκριμένων ωφελημάτων με συγκεκριμένη συμπεριφορά. Η αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας επιλογής θα εξαρτιόταν από τη συμφωνία των ευρωπαϊκών θεσμών και κυβερνήσεων για τον σκοπό και την έκτασή της.
Το SAFE και οι ευκαιρίες της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στο SAFE, το ευρωπαϊκό εργαλείο που προβλέπει δάνεια έως 150 δισεκατομμύρια ευρώ για αμυντικές επενδύσεις και κοινές προμήθειες. Δανειολήπτες είναι τα κράτη- μέλη της Ένωσης. Επομένως, το ενδεχόμενο τουρκικού οφέλους αφορά κυρίως τη συμμετοχή σε προμήθειες και τις επιχειρηματικές ευκαιρίες της αμυντικής βιομηχανίας της, μέσα στους περιορισμούς του προγράμματος. Οι υποψήφιες χώρες μπορούν να συμμετέχουν σε κοινές προμήθειες, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται απεριόριστη επιλεξιμότητα των προϊόντων τους.
Κατά συνέπεια, η διπλωματική ένταση θα μπορούσε να δυσκολέψει πολιτικά συμφωνίες ή επιλογές που θα διεύρυναν την πρόσβαση τουρκικών επιχειρήσεων στην ευρωπαϊκή αμυντική δαπάνη. Πρόκειται για πιθανό πεδίο διαπραγματευτικής πίεσης, όχι για ήδη επιβληθείσα ποινή. Θα ήταν ανακριβές να παρουσιαστεί η λιβυκή επικύρωση ως γεγονός που στερεί αυτομάτως από την Άγκυρα συγκεκριμένο ποσό από το SAFE ή από το σύνολο των ευρωπαϊκών εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Οι πρόσφυγες και τα όρια μιας οικονομικής απάντησης
Διαφορετική περίπτωση αποτελούν τα κονδύλια για τους πρόσφυγες στην Τουρκία. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για την περίοδο 2020-2027 κινητοποιήθηκαν επιπλέον έξι δισεκατομμύρια ευρώ, πέραν της αρχικής Διευκόλυνσης για τους Πρόσφυγες. Τα προγράμματα αφορούν βασικές υπηρεσίες, εκπαίδευση, υγεία, προστασία και κοινωνικοοικονομικές ευκαιρίες για πρόσφυγες και κοινότητες υποδοχής. Οι ωφελούμενοι και ο σκοπός τους διαφέρουν από μια γενική οικονομική ενίσχυση της τουρκικής κυβέρνησης.
Μια αδιάκριτη διακοπή θα μπορούσε, επομένως, να πλήξει ανθρώπους που δεν ευθύνονται για την εξωτερική πολιτική της Άγκυρας. Αν επιλεγόταν οικονομική πίεση, θα χρειαζόταν διάκριση ανάμεσα στην ανθρωπιστική υποστήριξη και στα πρόσθετα οφέλη που απολαμβάνουν κρατικοί φορείς ή επιχειρήσεις. Η ευρωπαϊκή απάντηση θα κρινόταν τόσο από την αποτελεσματικότητά της όσο και από την ικανότητά της να προστατεύσει τους πραγματικούς αποδέκτες της βοήθειας.
Από τη δήλωση στην ευρωπαϊκή συνέπεια
Η λιβυκή επικύρωση δημιουργεί νέα πολιτικά δεδομένα, χωρίς να εξαλείφει τις νομικές αντιρρήσεις της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για την Αθήνα, το ζητούμενο είναι να διατηρήσει τη διεθνή στήριξη και να μετατρέψει την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη σε σταθερή πολιτική πρακτική. Για τις Βρυξέλλες, το ερώτημα είναι αν οι οικονομικές και αμυντικές συνεργασίες τους θα υπηρετούν με συνέπεια τις αρχές που διακηρύσσουν.
Η Τουρκία δεν χάνει αυτομάτως την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Αντιμετωπίζει, όμως, το ενδεχόμενο αυξημένου πολιτικού κόστους για νέες διευκολύνσεις, εφόσον οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιλέξουν να συνδέσουν τη συνεργασία με τον σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων. Εκεί θα κριθεί η αξιοπιστία της ευρωπαϊκής αντίδρασης: Στην εφαρμογή σαφών, αναλογικών και συνεπών όρων, ώστε η οικονομική ισχύς της Ένωσης να στηρίζει έμπρακτα τη νομιμότητα και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
* Ο Παράσχος Μανιάτης είναι καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος 5 διδακτορικών διπλωμάτων από Σουηδικά και Αμερικανικά Πανεπιστήμια στους κλάδους: Logistics για Μηχανικούς, Μάνατζμεντ για Μηχανικούς, Οικονομικά & Χρηματοοικονομικά, Πολιτικές Επιστήμες & Δημόσιες Σχέσεις, Μουσική Σύνθεση & Μαέστρος Μουσικής. Δίδαξε 41 χρόνια σε 9 δημόσια Πανεπιστήμια και 3 ιδιωτικά Πανεπιστήμια ανά τον κόσμο.




