Ποτοποιία Σαμαρά

  • “Όταν έρχονταν από την Πόλη οι αρχοντάδες φίλοι, ο παππούς τους κέρναγε πάντα από ένα ειδικό χαρμάνι ούζου που το φύλαγε σ’ ένα βαρέλι για τέτοιες περιστάσεις”

Η ιαματική αποτελεσματικότητα του ούζου έχει σαφώς στιγματίσει  την ιστορία της Μυτιλήνης, αλλά και της Ελλάδας.
Καθώς η ζωή μας προχωρά απρόβλεπτα – ούτως ή άλλως – αυτό που υπερτερεί πάντα είναι εκείνες οι ξεχωριστές απολαύσεις της καθημερινότητας.
Ο μεζές με το ούζο – μια διαχρονική αξία παντός καιρού – θα μας συνοδεύει από γενιά σε γενιά πριν και μετά τις όποιες οικονομικές ή υγειονομικές κρίσεις.
Το ούζο έχει καταστεί προϊόν συνυφασμένο με την κουλτούρα του Έλληνα. Με νερό ή σκέτο ή με παγάκια που συχνά οι δογματικοί ρέκτες το αποδοκιμάζουν, έχει πάντα λόγο για να βρίσκεται στο καθημερινό τραπέζι!
Εδώ Λέσβος!
“Πλατανόφυλλο καταμεσής του πελάγους”.
Ποιο ούζο του νησιού μου να πρωτοδιαλέξω…
Τα ποτοποιεία της Λέσβου είναι πολλά και πολύ αξιόλογα.

Μια κουβέντα

Σήμερα βρίσκομαι απέναντι στον Δημήτρη Αναγνώστου, τον άνθρωπο που είναι στο τιμόνι της ποτοποιίας Σαμαρά, με γνώση, εμπειρία, όραμα και πάθος για την δουλειά του. Που, όπως είπε με σαφή ειλικρίνεια, αν και δεν υποτιμά τα υλικά αγαθά, τον ενδιαφέρει κυρίως η καταξίωση και η υστεροφημία.

 – Από πού κατάγεται η οικογένειά σας;

«Η οικογένεια ΣΑΜΑΡΑ κατάγεται από την Κωνσταντινούπολη και την Προύσα της Μ. Ασίας.
Στα μέσα του 19ου αιώνα ο Νικόλαος Σαμαράς, έμπορος και παραγωγός ούζου, μετακομίζει από την Κωνσταντινούπολη στην Προύσα με όλη την οικογένεια.
Στο ποτοποιείο πολύτιμοι βοηθοί οι δυο γιοι του.
Το μυστικό βαρέλι στο οποίο υπήρχε η “μυστική συνταγή” ιντριγκάριζε τα νεαρά παιδιά και η γεύση του ιδιαίτερου ούζου έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πορεία.
Ο Κώστας σπούδασε νομικά και ο Στρατής με το ανήσυχο πνεύμα συνεχίζει την παράδοση της απόσταξης. Παραγωγή ούζου, εμπόριο λαδιού και αλίπαστων με τη Μυτιλήνη και συγχρόνως αγόραζε ελαιοκτήματα στην περιοχή της Γέρας».

Ο έρωτας
 
Για τα μάτια μιας γυναίκας ήρθε στην Μυτιλήνη το ούζο ΣΑΜΑΡΑ.
Το 1896 σ’ ένα από τα ταξίδια του στην περιοχή Κλωτσιά της Γέρας ερωτεύεται τη Μαριγώ.
 Ο πατέρας αρνείται να αποχωριστεί τη μοναχοκόρη.
 Έτσι, ο Στρατής, αποφασίζει να εγκατασταθεί μόνιμα στο νησί.

Πώς ξεκίνησε και υλοποιήθηκε η ιδέα για την παραγωγή ούζου; Ημερομηνία της επίσημης έναρξης της επιχείρησης…

«Δεν υπάρχουν μαρτυρίες για το πώς ξεκίνησαν να φτιάχνουν ούζο. Καλλιεργούσαν γλυκάνισο παράλληλα με το εμπόριο αγροτικών προϊόντων. Προφανώς αξιοποίησαν τις πρώτες αυτές ύλες για την απόσταξη ούζου.
Ως επίσημο έτος ίδρυσης έχουμε το 1896, δηλαδή  το έτος μετεγκατάστασης του Ευστρατίου Σαμαρά από την Προύσα στην Μυτιλήνη για το χατίρι της γυναίκας του!
Ωστόσο η ποτοποιία ΣΑΜΑΡΑ προϋπήρχε του 1896».

– Προέρχεστε από μία οικογένεια με μακρά παράδοση στο χώρο. Πότε αναλάβατε εσείς;

«Πάντα θυμόμουν τον εαυτό μου εντός της ποτοποιίας. Κυρίως ως έφηβος. Επίσημα, ανέλαβα καθήκοντα στα μέσα της δεκαετίας του ’90 με ενεργό ρόλο στην απόσταξη, την παραγωγή και τις πωλήσεις. Πέρασα από όλα τα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας της εταιρείας για να φτάσω να ασκώ πλέον διοίκηση από την 01/01/20».

– Δεδομένου ότι η χώρα μας διανύει τα τελευταία χρόνια μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές κρίσεις και πρόσφατα η παγκόσμια αγορά μια πρωτόγνωρη πανδημία, πόσο εύκολο θεωρείτε ότι είναι πλέον για μία εταιρεία να αναπτυχθεί;

«Οι σημερινές έκτακτες συνθήκες είναι δυστυχώς ένα πισωγύρισμα για όλες τις ελληνικές μικρομεσαίες οικογενειακές επιχειρήσεις. Το οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον μοιάζει σαν κινούμενη άμμος. Χρέος μας όμως είναι να πάρουμε όλα τα απαραίτητα μέτρα, να αναλάβουμε έξυπνες δράσεις και να εκμεταλλευτούμε χρηματοδοτικά εργαλεία. Δεν είμαι βραχυπρόθεσμα αισιόδοξος, θεωρώ όμως ότι όταν θα αποκλιμακωθεί η υγειονομική κρίση θα πρέπει να είμαστε πανέτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις της ανάπτυξης.
Η δεκαετής «μεγάλη ελληνική κρίση» σάρωσε σχεδόν τα πάντα στο πέρασμά της. Παλιές και παραδοσιακές εταιρείες χάθηκαν, άλλες κινούνται σαν ζόμπι και άλλες προσπαθούν να βγουν από τα προβλήματα που άφησε πίσω η κρίση και να φύγουν μπροστά. Ο κλάδος της ποτοποιίας χτυπήθηκε πολύ άσχημα από την αρχή. Από το 2009 και μέχρι τον Ιούνιο του 2010, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης Οινοπνεύματος αυξήθηκε κατά 124%! Η αύξηση, λοιπόν, των τιμών στο ούζο και σε συνδυασμό με την μείωση της αγοραστικής δύναμης του καταναλωτή έφερε κατακόρυφη πτώση των πωλήσεων και παράλληλα αύξηση των λαθραίων ποτών».

– Πόσο τελικά «μονόδρομος» είναι η αναζήτηση ξένων αγορών και πόσο εύκολο είναι για το δικό σας προϊόν;

«Η είσοδος σε μια νέα αγορά δεν ήταν ποτέ μια εύκολη υπόθεση. Χρειάζεται γνώση, έρευνα και ανάλυση της κάθε αγοράς, εύρεση του κατάλληλου συνεργάτη-διανομέα και άριστο προϊόν. Από την πλευρά μας, η εξωστρέφεια είναι ο μόνος δρόμος για την ανάπτυξη και μετεξέλιξη της εταιρείας μας. Είτε πρόκειται για νέες αγορές και κανάλια διανομής εντός της Ελλάδας, είτε στο εξωτερικό. Είναι δύσκολη εξίσωση, όχι όμως ανέφικτη».

– Η Πολιτεία βοηθά, δίνει κίνητρα στους επιχειρηματίες για να διευρύνουν τις δραστηριότητές τους σε αγορές του εξωτερικού;

«Υπάρχουν πολλές και στοχευμένες δράσεις από φορείς και οργανισμούς της χώρας μας. Γίνονται αρκετά, μπορούν να γίνουν και περισσότερα και καλύτερα. Οφείλουμε όμως και εμείς ως επιχειρήσεις να κάνουμε πράγματα π.χ. ποιότητα αδιαπραγμάτευτη, διασφάλιση και πιστοποίηση ποιότητας, όχι φθηνά αλλά και όχι πανάκριβα προϊόντα (value for money προϊόντα), παραγωγή ξεχωριστών προϊόντων με ανταγωνιστικό πλεονέκτημα κ.ά.».

– Η πανδημία ΣΕ ΤΙ ΣΗΜΕΙΟ έφερε την κατανάλωση;

«Στα μέσα Μαρτίου απαγορεύτηκε η λειτουργία των καταστημάτων εστίασης. Συνεπώς μέχρι και τις 25/05 που ξανάνοιξαν δεν πουλήθηκε ούτε φιάλη 200ml. Υπήρξε μια μεταβολή των πωλήσεών μας ως προς τις συσκευασίες για οικιακή κατανάλωση, αλλά δεν ήταν αρκετή για να συγκρατήσει την ελεύθερη πτώση των πωλήσεων. Η πτώση κατά το χρονικό διάστημα από 15/03 μέχρι και 30/05 άγγιξε το 80% στον κλάδο μας σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς».

– Το δικό σας ούζο έχει δυναμική παρουσία σε χώρες του εξωτερικού και σε άλλες πόλεις και νησιά της Ελλάδος; Σχεδιάζετε να μπείτε και σε άλλες αγορές του εξωτερικού;

«Σχετικά με την Ελλάδα, έχουμε ηγετική θέση στην Λέσβο, στην πατρίδα του ούζου και είμαστε πολύ περήφανοι για αυτήν την κατάκτηση. Στις αγορές εκτός νησιού, έχουμε ικανοποιητική παρουσία, έχουμε κερδίσει τον σεβασμό της αγοράς, χρειάζεται όμως να εντατικοποιήσουμε τις προσπάθειές μας για αύξηση της διανομής και αυτό είναι κάτι που είναι εντός του νέου μας επενδυτικού σχεδίου.
Η εξαγωγική μας δραστηριότητα, για την ώρα, σχετίζεται με την Γερμανία, Γαλλία, Κύπρο και Αυστραλία. Παλιές και σταθερές συνεργασίες με αμοιβαία οφέλη. Η πρόθεσή μας είναι να αναπτύξουμε τις υφιστάμενες συνεργασίες και να προετοιμάσουμε την είσοδό μας και σε άλλες χώρες».

– Τα συστατικά του ούζου είναι λίγο-πολύ γνωστά σε όλους μας. Ποια είναι όμως η δική σας «μυστική» συνταγή για την επιτυχία των προϊόντων σας; Δεν ζητώ τη μυστική δοσολογία φυσικά…

«Η αγάπη για τη δουλειά μας είναι το πρώτο και βασικό. Να έχεις μεράκι για αυτό που κάνεις και να σέβεσαι τους προηγούμενους από σένα διότι και αυτοί έκαναν πολύ καλή δουλειά και οφείλεις να κάνεις το ίδιο και ακόμη καλύτερα!
Από εκεί και πέρα, ο γλυκάνισος Λισβορίου, μοναδικός στον κόσμο, είναι μια πρώτη ύλη που κάνει την διαφορά. Το καθαρό νερό, η σωστή και υπεύθυνη απόσταξη και η τήρηση όλων των προβλεπόμενων κανόνων υγιεινής. Δεν υπάρχουν μεγάλα μυστικά. Σεβασμός σε αυτό που κάνεις και σεβασμός σ’ αυτούς που απευθύνεσαι».

– Εάν σας ζητούσα να περιγράψετε το ούζο με λέξεις;

«Χαρά, παρέα, παράδοση, Μυτιλήνη. Το εθνικό μας ποτό»!

– Γιατί το ούζο γνωρίζει τόσο μεγάλη ανταπόκριση;

«Είναι ένα ξεχωριστό προϊόν. Είναι το ποτό που η προσθήκη του νερού κάνει αυτό το θαυμάσιο παιχνίδι και από διάφανο γίνεται γαλακτώδες! Το ούζο Μυτιλήνης είναι ένα θαυμάσιο προϊόν το οποίο φημίζεται για την φινέτσα και την αρχοντιά του, για την ισορροπημένη συμπύκνωσή του και τα ευγενή αρώματά του. Το ούζο έχει κλέψει τις καρδιές όχι μόνο των Ελλήνων, αλλά και των ξένων και αυτό είναι κάτι που μας κάνει ακόμη πιο αισιόδοξους για την πορεία του καλού ούζου στο εξωτερικό».

– Το τσίπουρο είναι μεγάλος ανταγωνιστής, κυρίως τα τελευταία χρόνια. Πού οφείλεται αυτό;

«Είναι αλήθεια ότι το τελευταίο διάστημα έχουν αλλάξει οι καταναλωτικές συνήθειες.
Ένας σοβαρός λόγος της εξάπλωσης του τσίπουρου είναι το γεγονός ότι από το 2010 με την αύξηση της τιμής των εμφιαλωμένων προϊόντων, αρκετοί μικροπαραγωγοί για να ενισχύσουν το αγροτικό εισόδημά τους αύξησαν την παραγωγή και σε συνδυασμό με την χαμηλή τιμή, διέθεταν μόνοι τους το προϊόν στα καταστήματα εστίασης.
Η χαμηλή αυτή τιμή είχε επιτευχθεί λόγω της μη φορολόγησης, μιας και ακόμη σήμερα το ελληνικό κράτος έχει μια άδικη φορολογική μεταχείριση μεταξύ των νόμιμων ποτοποιείων και των διήμερων παραγωγών.
Αυτό λοιπόν είχε ως αποτέλεσμα να διακινείται ένα παράνομο μεν προϊόν, προσοδοφόρο δε για επαγγελματίες και καταναλωτές.
Κάτι το οποίο βέβαια δεν ισχύει για τα νόμιμα προϊόντα των φορολογικά και τελωνειακά υπόχρεων αποσταγματοποιών».

– Ποιο είναι το μότο που σας «συντροφεύει» όλα τα χρόνια, σας χαρακτηρίζει ως άνθρωπο και ως επιχειρηματία;

«Υπομονή, πείσμα και αποφασιστικότητα. Και οδηγός μου σε όλα αυτά είναι η οικογένειά μου, οι συνεργάτες μου και αξίες όπως ειλικρίνεια, αξιοπιστία και υπερηφάνεια».