Κυριακή, 23 Ιανουαρίου, 2022

Πρόωρες εκλογές στα χωριά;


  • Ορατός ο κίνδυνος να χάσουν τις θέσεις τους πάνω από 10 Πρόεδροι χωριών της Λέσβου που αναδείχθηκαν χωρίς να ψηφιστούν μεταξύ των μελών των Τοπικών Συμβουλίων

Πρόωρες εκλογές σε επίπεδο Κοινοτήτων, ενδέχεται να φέρει η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για το νόμο Θεοδωρικάκου, που έφερε τα πάνω – κάτω στην ανάδειξη των Προέδρων το καλοκαίρι του 2019. Πριν από λίγες μέρες, όπως ανέδειξε με σχετική ανακοίνωσή της και η Νομαρχιακή Επιτροπή Λέσβου του ΣΥΡΙΖΑ, το Γ’ Τμήμα του ΣτΕ έκρινε κατά πλειοψηφία αντισυνταγματικές τις διατάξεις του πρώην Υπουργού Εσωτερικών, με τις οποίες, πέραν της συγκρότησης και της ενίσχυσης των Οικονομικών Επιτροπών υποβαθμίζοντας παράλληλα τα Δημοτικά Συμβούλια, τροποποιήθηκε και το πλαίσιο ανάδειξης των Προέδρων των Κοινοτήτων με πληθυσμό άνω των 300 κατοίκων. 

Αυτό σημαίνει ότι αν η σχετική εισήγηση ψηφιστεί και από την Ολομέλεια του Συμβουλίου, 10 περίπου Κοινοτάρχες στο νησί μας και εκατοντάδες σε όλη την χώρα θα χάσουν τις θέσεις τους και θα πρέπει να γίνει εκλογή νέων, βάσει του νόμου του Κλεισθένη με τον οποίο διεξήχθησαν οι τελευταίες αυτοδιοικητικές εκλογές.

 

Ζήτημα αντισυνταγματικότητας

Ο νόμος Θεοδωρικάκου ψηφίστηκε τον Αύγουστο του 2019, δηλαδή μετά από τις αυτοδιοικητικές εκλογές, αλλά και πριν αναλάβουν καθήκοντα οι νέες τοπικές διοικήσεις. Άλλαξαν, δηλαδή, οι όροι ανάδειξης των Προέδρων των χωριών, με τρόπο που παραβιάστηκαν «τα δικαιώματα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι, καθώς και οι αρχές της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης, ως έκφρασης της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και της ισότητας των όρων του εκλογικού ανταγωνισμού», σύμφωνα με την πλειοψηφική άποψη των μελών του Τμήματος του ΣτΕ.

Σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο διεξαγωγής των αυτοδιοικητικών εκλογών, Πρόεδρος Συμβουλίου Κοινοτήτας άνω των 300 κατοίκων εκλεγόταν με μυστική ψηφοφορία ανάμεσα στα μέλη του Τοπικού Συμβουλίου, αιρετός, μέλος του Συμβουλίου «ένας από τους δύο πρώτους κατά σειρά εκλογής συνδυασμούς, που έλαβε τους περισσότερους σταυρούς προτίμησης μεταξύ των υποψηφίων του συνδυασμού του». 

Δηλαδή, με βάση τις διατάξεις αυτές, για την εκλογή του Προέδρου θα έπρεπε να γίνει ψηφοφορία ανάμεσα σε δύο υποψήφιους, αυτούς με τους περισσότερους σταυρούς από τους δύο πρώτους συνδυασμούς, στην περίπτωση που κανένας συνδυασμός δεν είχε συγκεντρώσει ποσοστό μεγαλύτερο του 50%. Αν κάποιος συνδυασμός ξεπερνούσε το 50%, όπως π.χ. στην περίπτωση της Κοινότητας των Λουτρών, Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου αναδεικνυόταν ο πρώτος σε σταυρούς προτίμησης σύμβουλος του πλειοψηφούντος συνδυασμού, χωρίς άλλες διαδικασίες.

 

Ο νόμος Θεοδωρικάκου

Με το νόμο Θεοδωρικάκου καταργήθηκαν οι προαναφερθείσες διατάξεις και προβλέφθηκαν αλλαγές, στο γνωστό πνεύμα του “δημαρχοκεντρικού” μοντέλου που διέπει τις γενικότερες κυβερνητικές διατάξεις για την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Έτσι, θεσπίστηκε, Πρόεδρος των συγκεκριμένων Κοινοτήτων να ορίζεται «ο Σύμβουλος του πρώτου κατά σειρά συνδυασμού που έλαβε τους περισσότερους σταυρούς προτίμησης», χωρίς περαιτέρω διαδικασίες (π.χ. μυστική ψηφοφορία μεταξύ των εκλεγμένων μελών του κοινοτικού συμβουλίου).

Αυτές οι αλλαγές κρίθηκαν αντισυνταγματικές από την πλειοψηφία του Τμήματος του ΣτΕ. Κατά την μειοψηφία, από τις αλλαγές του νόμου Θεοδωρικάκου δεν συντρέχει παραβίαση των συνταγματικών αρχών, με το σκεπτικό ότι ο προϊσχύων νόμος «δεν προέβλεπε την άμεση ανάδειξη του Προέδρου του Συμβουλίου της Κοινότητας από το εκλογικό σώμα, αλλά την εκλογή του με μυστική ψηφοφορία από το ίδιο το Συμβούλιο».

 

Το ΣτΕ

Η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του ΣτΕ, η οποία θα πάρει και τις τελικές αποφάσεις μέχρι τον Ιούνιο και γι’ αυτό πιθανολογείται ότι μπορεί να απαιτηθούν νέες εκλογικές διαδικασίες σε συγκεκριμένες Κοινότητες της Λέσβου, όπου Πρόεδρος αναδείχθηκε ο πρώτος σε ψήφους χωρίς εκλογή μεταξύ των μελών του Συμβουλίου. Σε αυτό το ενδεχόμενο δεν θα έχει νόμιμο έρεισμα η ανάδειξη πολλών σημερινών Προέδρων Κοινοτικών Συμβουλίων και άρα θα πρέπει να επιλεγούν νέοι με τις διαδικασίες που προέβλεπε ο προγενέστερος νόμος. Δηλαδή, με μυστική ψηφοφορία ανάμεσα στα μέλη των Κοινοτικών Συμβουλίων και υποψήφιους από τους δύο πρώτους σε δύναμη συνδυασμούς. Τονίζεται όμως ότι δεν θα απαιτηθεί αντικατάσταση Προέδρων που εκλέχθηκαν με συνδυασμούς που συγκέντρωσαν ποσοστό μεγαλύτερο του 50%.

Σε ό,τι αφορά τις αποφάσεις των Προέδρων που θα πρέπει να αντικατασταθούν, οι νομικοί επικαλούνται ότι ο μη νόμιμος χαρακτήρας ενός διορισμού διοικητικού οργάνου δεν αποτελεί κατά κανόνα λόγο ακυρότητας των πράξεων του οργάνου. Έτσι, οι αποφάσεις Προέδρων που πιθανόν θα κριθεί μη νόμιμος ο διορισμός τους με βάση τις αντισυνταγματικές διατάξεις του νόμου Θεοδωρικάκου, δεν εγκυμονούν σε πρώτη φάση προβλήματα, ούτε εγείρουν κινδύνους καταλογισμών (π.χ. από εντάλματα). Διατηρούν το τεκμήριο νομιμότητας ειδικά στην περίπτωση που δεν έχει γίνει εγκαίρως (στην προβλεπόμενη προθεσμία των 60 ημερών) κάποια προσφυγή εναντίον των πράξεων αυτών και είναι δύσκολη η κατάπτωσή τους στα αρμόδια δικαστήρια, χωρίς να μπορεί κανείς να προκαταλάβει πιθανές αποφάσεις αυτών των δικαστηρίων.

 

“Καμπανάκι” για το 2023

Μιλώντας στα “Νέα της Λέσβου” για το σοβαρό αυτό ζήτημα ο Συντονιστής του Δικτύου Κοινοτήτων στο Δήμο Μυτιλήνης, Βασίλης Μαμώλης, τόνισε: «Εμείς, ως Δίκτυο, είχαμε εξ’ αρχής κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για τις αλλαγές που αποφασίστηκαν εν μία νυκτί, τον Αύγουστο του 2019, λίγες ημέρες πριν αναλάβουν καθήκοντα οι νέοι Πρόεδροι. Δεν είναι δυνατόν να διεξάγονται οι εκλογές με άλλο σύστημα και να ορίζονται οι Κοινοτάρχες με διαφορετικό. Με τον τρόπο αυτό είναι πασιφανές ότι νοθεύεται η λαϊκή βούληση. Γι’ αυτό λοιπόν θα πρέπει η σημερινή κυβέρνηση να λάβει σοβαρά υπόψη της τις αποφάσεις του ΣτΕ και να μην θέσει σε κίνδυνο και τις εκλογές του 2023. Το ζήτημα των Κοινοτήτων είναι ακόμη ανοιχτό και θα πρέπει να εισακουστούν οι θέσεις μας για να μην έχουμε νέες ακυρώσεις από το Συμβούλιο της Επικρατείας σε 2 χρόνια».