“Μην καταδέχεσαι να ρωτάς θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε; Πολέμα!”

Και σαν να τον άκουσαν τον Νίκο Καζαντζάκη! Δεν καταδέχθηκαν! Δεν ρώτησαν! Πολέμησαν! Και νίκησαν! Κι από κείνο το βράδυ, έγιναν παιδιά μας κι αδέλφια μας. Κι έχουν τη δική τους ξεχωριστή θέση στις καρδιές όλων μας. Έχουν την αγάπη μας γι αυτά που μας έδωσαν, για τη χαρά, το μεγαλείο και τη δόξα που σκόρπισαν σε μια ολόκληρη χώρα.

Το βράδυ της νίκης επί της Τσεχίας όλοι οι Έλληνες γιόρτασαν με την ψυχή τους. Οι φίλοι της Εθνικής στην Πορτογαλία έστησαν το δικό τους ξεχωριστό γλέντι για την πρωτόγνωρη επιτυχία. Η Παρασκευή και το Σάββατο ήταν επίσης μέρες γιορτής και χαράς…

Όταν ξημέρωσε η μεγάλη μέρα του Τελικού, η Κυριακή 04 Ιουλίου, τα πανηγύρια κόπασαν. Μια εσωτερικότητα κυριαρχούσε στις πόλεις και τα χωριά της Ελλάδας και της διασποράς. Στη Λισαβόνα χαρούμενες “γαλανόλευκες” παρέες έκαναν έντονη την παρουσία τους, αλλά κι εκείνων το μυαλό εστίαζε πια στον βραδινό αγώνα. Όλοι περίμεναν τη σέντρα στο “Στάδιο του Φωτός”, το Da Luz.

Στις τάξεις της Εθνικής όλοι ήταν χαρούμενοι, όμως κανείς δεν απέκλινε από τη φιλοσοφία που είχε οδηγήσει την ομάδα στη μεγαλύτερη στιγμή της ιστορίας της, τη συμμετοχή στον τελικό και την ευκαιρία να διεκδικήσει τρόπαιο μεγάλης διεθνούς διοργάνωσης. Τα μεγάλα λόγια, οι κορώνες και η έπαρση δεν είχαν θέση σε αυτή την όμορφη παρέα. Ποδοσφαιριστές και προπονητές είχαν αποδεχθεί τον ρόλο του αουτσάιντερ. Από το ματς της πρεμιέρας άλλωστε, αυτό ήταν για τους διεθνείς ποδοσφαιρικούς κύκλους κι όμως, είχαν φτάσει ως εκεί!

Πεσιμισμός; όχι βέβαια! Ηττοπάθεια; ποτέ! Απεναντίας, η αισιοδοξία υπήρχε, όμως όλοι την κρατούσαν βαθιά μέσα τους, περιφρουρώντας τη σοβαρότητα και τη συγκρότηση. Η πίστη στη δύναμη και στην αξία έπρεπε να βγει την κατάλληλη στιγμή: στον αγώνα.

Από την ώρα που ο Μάρκους Μερκ σφύριξε για πρώτη φορά και όσο ο μεγάλος τελικός βρισκόταν σε εξέλιξη, αυτή η σιγουριά απλωνόταν στο γρασίδι του Da Luz και πότιζε τους Έλληνες της εξέδρας και όλους τους υπόλοιπους που βρίσκονταν αντίκρυ στους τηλεοπτικούς δέκτες. Ο Ότο από τον πάγκο, ο Θοδωρής από τον αγωνιστικό χώρο έδιναν τον παλμό: Πάθος, δύναμη, αυταπάρνηση. Κι ήταν σα να έπαιζε κι ο Γιώργος που έμεινε εκτός λόγω καρτών. Η αφοσίωση στο πλάνο του Ότο Ρεχάγκελ δεν άφηνε πολλά περιθώρια στους Πορτογάλους. Οι κίνδυνοι, λίγοι. Άμυνα για σεμινάριο και από τους “11”. Και σιγά-σιγά περισσότερη αυτοπεποίθηση και αναζήτηση της μαγικής στιγμής ενός γκολ…

…το ρολόι στην έδρα της Μπενφίκα σημάδευε το 57΄. Ο Γιούρκας σε ένα από τα γνωστά του ανεβάσματα από τα δεξιά, έχει αντίπαλο τον Κριστιάνο. Στο ματς της πρεμιέρας του πήρε πέναλτι. Πήγε ο Μπασινάς και τόκανε γκολ. Τώρα κερδίζει κόρνερ. Πάλι ο Άγγελος εκτελεί. Ο Χαριστέας με άλμα αλά Τζόρνταν προλαβαίνει τους Πορτογάλους αμυντικούς και τον Ρικάρντο. Από Άγγελο σε Άγγελο. Τυχαίο; Γκοοοοοοολ η Ελλάδα, 1-0!

Τα λεπτά κυλούσαν βασανιστικά για όλους. Τους Έλληνες που το θέλουν, το πιστεύουν, το περιμένουν. Τους Πορτογάλους που κι εκείνοι, όπως κι εμείς, διεκδικούν για πρώτη φορά ένα μεγάλο τρόπαιο. Και μάλιστα στη χώρα τους, μπροστά στο κοινό τους. Παλεύουν για την ισοφάριση. Όποτε χρειάζεται, ο Αντώνης είναι εκεί για να τους κόψει τα φτερά. Οι Έλληνες κρατάνε. Μέχρι το τέλος…

…τέλος για τον αγώνα, αρχή για τη μεγαλύτερη γιορτή! Ένα καλοκαίρι που από ηλιόλουστο γίνεται χρυσό και σε όλη την υφήλιο αντανακλά τη λάμψη της Εθνικής. Λες και ξημέρωσε με μιας η πιο μεγάλη μέρα και το χρώμα του ουρανού φτιάχτηκε από κείνα της Ελλάδας, το άσπρο και το μπλε του Αιγαίου. Αλλά μήπως από αυτά δεν φτιάχτηκε; Λες και δε ζήσαμε ποδοσφαιρικό αγώνα αλλά βρισκόμασταν στο κέντρο της δράσης σε ποίημα του μεγάλου Οδυσσέα Ελύτη…

Πορτογαλία: Ρικάρντο, Αντράντε, Κοστίνια (60΄ Ρούι Κόστα), Φίγκο, Παουλέτα (74΄ Νούνο Γκόμες), Μιγκέλ (43΄ Φερέιρα), Νούνο Βαλέντε, Καρβάλιο, Ρονάλντο, Μανίς, Ντέκο.

Ελλάδα: Νικοπολίδης, Σεϊταρίδης, Δέλλας, Μπασινάς, Ζαγοράκης, Γιαννακόπουλος (76΄ Βενετίδης), Χαριστέας, Φύσσας, Βρύζας (81΄ Παπαδόπουλος), Καψής, Κατσουράνης.