Πέντε χρόνια μετά την κορύφωση της πανδημίας, ένα ζήτημα που έμενε μετέωρο έρχεται ξανά στην επιφάνεια και αφορά το τι ισχύει σήμερα με τις σορούς των ανθρώπων που έφυγαν από τη ζωή με Covid-19 και ενταφιάστηκαν υπό τα αυστηρά υγειονομικά πρωτόκολλα εκείνης της περιόδου. Η διαπίστωση ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι σοροί παραμένουν αδιάλυτες, λόγω των ειδικών συνθηκών ταφής με πλαστικούς σάκους και σφραγισμένα φέρετρα, ανοίγει έναν κύκλο ερωτημάτων που δεν είναι μόνο τεχνικά, αλλά βαθιά κοινωνικά και ηθικά.
Αφορμή για να εξεταστεί πιο προσεκτικά το θέμα αποτέλεσε η συζήτηση που αναπτύχθηκε σε άλλη περιοχή της χώρας και συγκεκριμένα στην Καβάλα, όπου αποφασίστηκε η κάλυψη των εξόδων για τις αναγκαίες εκταφές και επαναταφές από τον ίδιο τον Δήμο. Το βασικό επιχείρημα είναι συγκεκριμένο κι αφορά στις διαδικασίες που είχαν επιβληθεί από το κράτος για λόγους δημόσιας υγείας και που σήμερα δεν μπορεί το κόστος των συνεπειών τους να μετακυλίεται στις οικογένειες των θυμάτων.
Με αυτό το δεδομένο, τα Νέα της Λέσβου αναζήτησαν το τι ισχύει. Έγγραφο του Υπουργείου Υγείας με ημερομηνία 10 Απριλίου 2024, δηλώσεις της διευθύντριας των Φιλανθρωπικών Καταστημάτων Μυτιλήνης Στέλλας Σημαντήρη και πληροφορίες από τους δύο δήμους της Λέσβου συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί ξεκάθαρες απαντήσεις. Το ερώτημα είναι συγκεκριμένο: Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη και ποιος τελικά πληρώνει, όταν η εκταφή και η εκ νέου ταφή καθίστανται αναγκαίες όχι από επιλογή των συγγενών, αλλά ως αποτέλεσμα των μέτρων μιας ολόκληρης εποχής;
Τα Φιλανθρωπικά Καταστήματα Μυτιλήνης διαχειρίζονται τα κοιμητήρια του Αγίου Παντελεήμονα και της Αγίας Κυριακής. Σύμφωνα με τη διευθύντρια, Στέλλα Σημαντήρη, από την έκδοση της σχετικής εγκυκλίου μέχρι σήμερα έχει προχωρήσει η εκταφή πολλών θυμάτων Covid, ακολουθώντας μ’ ευλάβεια τις οδηγίες του εγγράφου του Υπουργείου Υγείας που αφορούν στην αφαίρεση των πλαστικών καλυμμάτων και στον εκ νέου ενταφιασμό τους, ώστε να παραμείνουν στο χώμα έως ότου ολοκληρωθεί η αποσύνθεση. Η ίδια υπογράμμισε ότι οι συγγενείς δεν επιβαρύνονται εκ νέου με τα έξοδα ταφής και παραμονής στα συγκεκριμένα κοιμητήρια.
Ωστόσο, το τοπίο δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο για το σύνολο της Λέσβου. Στα δημοτικά κοιμητήρια, η διάρκεια ταφής ορίζεται στα πέντε χρόνια. Δεν έχει διευκρινιστεί εάν οι δύο δήμοι, ο Δήμος Μυτιλήνης και ο Δήμος Δυτικής Λέσβου, έχουν προχωρήσει με τον ίδιο τρόπο σε εκταφές και επαναταφές, όπου απαιτείται. Αρκεί να σημειωθεί ότι το κόστος εκταφής, το οποίο τηρείται απαρέγκλιτα με όρους που ορίζει η νομοθεσία, ανατίθεται σε γραφείο τελετών και κοστίζει περίπου 250 ευρώ. Πηγές αναφέρουν ότι ο συνολικός αριθμός των ενταφιασμένων από Covid στη Λέσβο δεν ξεπερνά σήμερα τους 40.
Το ζήτημα, όμως, δεν είναι αριθμητικό. Είναι θεσμικό και ηθικό. Η ελληνική νομοθεσία για τις εκταφές προβλέπει τριετία ως βασικό χρόνο παραμονής στο μνήμα, με πολλούς δήμους να εφαρμόζουν πενταετία. Στην περίοδο της πανδημίας, οι ταφές γίνονταν με ειδικά μέτρα, όπως σφραγισμένα φέρετρα, πλαστικοί σάκοι, αυστηρή τήρηση κανόνων προστασίας. Η εγκύκλιος του Υπουργείου Υγείας το 2024 επικαιροποίησε τις οδηγίες για τη διαχείριση σορών, επισημαίνοντας ότι όλες δυνητικά μπορεί να είναι μολυσματικές και ότι πρέπει να τηρούνται συγκεκριμένα μέτρα ατομικής προστασίας και απολύμανσης. Δεν εισήγαγε όμως νέο νόμο που ν΄ αλλάζει τον χρόνο εκταφής. Στην πράξη, όταν μετά την πενταετία διαπιστώνεται ότι δεν έχει επέλθει οστεοποίηση, απαιτείται νέα ταφή και παράταση παραμονής. Εκεί ανακύπτει το οικονομικό βάρος. Σε ορισμένες περιπτώσεις στη Λέσβο, συγγενείς βρίσκονται μπροστά σε διπλά έξοδα. Πλήρωσαν για την εκταφή και στη συνέχεια για την παράταση ταφής, επειδή η σορός δεν είχε αποσυντεθεί. Πολλοί δηλώνουν ότι δεν είχαν σαφή ενημέρωση για το τι θα ακολουθήσει και ποιες διαδικασίες επιβάλλονται.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο στο ύψος των τελών. Αφορά στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Οι θανόντες από Covid ενταφιάστηκαν με ειδικές προδιαγραφές, όχι από επιλογή των οικογενειών τους αλλά κατ’ εφαρμογή κρατικών αποφάσεων. Όταν αυτές οι προδιαγραφές οδηγούν σήμερα σε ανάγκη επαναταφής, η επιβάρυνση των συγγενών δημιουργεί εύλογη αγανάκτηση.
Η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου στην Καβάλα δείχνει έναν δρόμο. Τα έξοδα να αναληφθούν από τον Δήμο, αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για συνέπεια μιας έκτακτης δημόσιας πολιτικής. Στη Λέσβο, τα Φιλανθρωπικά Καταστήματα έχουν ήδη διαβεβαιώσει ότι δεν μετακυλίουν το κόστος στους συγγενείς στα κοιμητήρια που διαχειρίζονται. Για τα δημοτικά κοιμητήρια, όμως, απαιτείται ξεκάθαρη τοποθέτηση.
Οι οικογένειες ζητούν ενιαία αντιμετώπιση. Δεν είναι δίκαιο να καλούνται να πληρώσουν για μια διαδικασία που δεν προκάλεσαν. Η πανδημία άφησε βαθιά τραύματα. Το ελάχιστο που οφείλει η Πολιτεία και η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι να διαχειριστούν με ευαισθησία και ισονομία τις συνέπειες, χωρίς να προσθέτουν νέο οικονομικό βάρος σε ανθρώπους που ήδη έχουν δοκιμαστεί.



