Βιβλία και σχολεία στην καραντίνα

Του Αριστείδη Καλάργαλη

Πόσο μπορεί να ευθύνονται οι βιβλιοθήκες και τα βιβλιοπωλεία για την αρνητική κατάσταση που βρισκόμαστε; Οι βιβλιοθήκες είναι κλειστές και τα βιβλιοπωλεία άνοιξαν για λίγο. «Ψυχής Άκος» γράφει πάνω από την είσοδο της Ιστορικής βιβλιοθήκης Μηλεών Πηλίου· «Θεραπεία ψυχής» πάει να πει. Υπάρχει η βασική ανάγκη της τροφής, της στέγασης, της εργασίας, της υγείας του σώματος κι ό,τι άλλο θεωρεί απαραίτητο ο καθένας μας. Για αυτά μιλούμε, αναφερόμαστε συνεχώς. Υπάρχει κι η ψυχή, την οποία βέβαια δεν μπορούμε να την ορίσουμε, ούτε να την προσδιορίσουμε. Γιατί ως άυλη δεν γίνεται νοητικά να τη συλλάβουμε. 

Την περίοδο της πανδημίας λειτούργησαν με διάφορους τρόπους πολλές επιχειρήσεις και υπηρεσίες. Το βιβλίο, όπως και άλλες εκφάνσεις του πολιτισμού – θέατρο, μουσική, εικαστικά κλπ. – θεωρήθηκαν δευτερεύοντα. Συχνά αναφερόμαστε στον πολιτισμό των προπατόρων μας, των αρχαίων Ελλήνων, στα έργα και στις δημιουργίες τους. Το θέμα είναι τι κάνουμε όταν έρθει η ώρα για να αποφασισθεί κάτι, όταν δυσκολέψουν τα πράγματα. 

Όσοι ασχολούνται και αποφασίζουν για την πανδημία και τη συμπεριφορά μας, έπρεπε να συμπεριλάβουν στα σχέδιά τους το βιβλίο, τις βιβλιοθήκες και τα βιβλιοπωλεία. Δεν χρειαζόμαστε μόνο ψωμί, φαγητό, και καθαριστικά. Οι φορείς του βιβλίου· εκδότες, συγγραφείς και οι επαγγελματίες των βιβλιοθηκών· βιβλιοθηκονόμοι, και βιβλιοθηκάριοι έκαναν προτάσεις, αλλά… ποιος τους ακούει από τους ονομαζόμενους ιθύνοντες.

Αλλά και η λειτουργία των σχολείων δεν αντιμετωπίστηκε όπως έπρεπε. Όπως και σε κάθε θέμα σχετικό με την πανδημία υπήρξαν παλινωδίες. Τώρα λένε, όχι το υπουργείο παιδείας, οι επιδημιολόγοι, οι λοιποί γιατροί, αλλά ο μέχρι χθες κυβερνητικός εκπρόσωπος, ο κ. Πέτσας, ότι προσανατολίζονται να ανοίξουν τα σχολεία στις 11 του μήνα. Έχουμε μια πολιτική προ – απόφαση, ανακοίνωση, παρά μια απόφαση που θα λάβει υπόψη τις επιδημιολογικές συνθήκες και την παιδαγωγική. 

Τα σχολεία μπορούσαν να λειτουργήσουν και να μην κλείσουν, αν υποστηριζόταν. Αν υπήρχε πρόγραμμα κι όχι βλέπουμε και κάνουμε. Έπρεπε, όμως, να πραγματοποιηθεί κάποιος σχεδιασμός, προγραμματισμός και να διατεθούν χρήματα. Αντ’ αυτού υπήρξε εφησυχασμός ότι δεν θα υπάρξει βαρύ δεύτερο κύμα. Έπρεπε να λειτουργήσουν μικρότερα τμήματα – όπου γινόταν – για αυτό να προσληφθούν περισσότεροι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί, ίσως κάποια τμήματα να λειτουργούσαν και απόγευμα. Πώς γίνεται επιστράτευση στον πόλεμο, έτσι να λειτουργήσουν και τα σχολεία, με περισσότερο προσωπικό, ίσως και λιγότερες μέρες. 

Οι τάξεις και τα τμήματα να προσέρχονται και να αποχωρούν με διαφορά κάποιας ώρας, π.χ. δέκα λεπτών. Ομοίως σε διαφορετικές ώρες να γίνονται τα διαλείμματα. Έτσι δεν θα υπάρξει συνωστισμός ατόμων. Το σχολικό πρόγραμμα και η διδακτέα ύλη έπρεπε να τροποποιηθούν. Λιγότερες ώρες, μικρότερη ύλη, γενικότερα άλλη αντιμετώπιση. Τι στο καλό κάνουν οι «άριστοι» σύμβουλοι του υπουργείου; Να δώσουν λύση. Γιατί από τους κυβερνώντες εκστομίζεται η φράση «είμαστε σε πόλεμο»; Μόνο για να λέγεται και να υπάρχουν απαγορεύσεις, περιορισμοί, φόβος, ανησυχία; Πρέπει και οι λειτουργίες να πραγματοποιούνται σαν σε συνθήκες πολέμου.

Έτσι δεν μπορεί να υπάρχει η απαίτηση από το Υπουργείο Παιδείας να γίνουν τεστ, εξετάσεις, και να μπούνε βαθμοί σαν να μην άλλαξε τίποτα. Αυτά επιβαρύνουν τη γενική αρνητική κατάσταση. Κι οι επιπτώσεις είναι μεγαλύτερες στους μαθητές και στις οικογένειες με άλλα προβλήματα· οικονομικά, οικογενειακά, κοινωνικά. Έτσι οι ανισότητες μεγαλώνουν.

Να ξαναπούμε ότι η τηλεκπαίδευση δεν μπορεί να αντικαταστήσει την τάξη και το σχολείο. Ήδη οι παιδαγωγοί, οι ψυχολόγοι, οι γιατροί εντόπισαν διάφορα προβλήματα στους μαθητές από την παρατεταμένη απομάκρυνση από την τάξη, τον φυσικό χώρο διδασκαλίας. Αλλά και στα απλά θέματα, όπως είναι η προμήθεια μασκών και τάμπλετ, το υπουργείο είναι στο περίμενε. Στο δε σημαντικό θέμα, που είναι η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στην εξ αποστάσεως διδασκαλία, το υπουργείο ανακοίνωσε ότι ξεκινά η επιμόρφωση εντός του Ιανουαρίου! Δηλαδή, από τον περσινό Μάρτιο, τώρα μπόρεσαν και οργάνωσαν την «ταχύρρυθμη επιμόρφωση» όπως ονομάστηκε; Με το συμπάθιο, προσβάλλουν τη νοημοσύνη μας. Γιατί μέχρι σήμερα οι εκπαιδευτικοί αυτοεπιμορφώθηκαν, με όποιο τρόπο έγινε αυτό. Το δε υπουργείο Παιδείας, καθώς και το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής παρακολουθούσαν! 

Φέτος προσλήφθηκαν λίγο πάνω από 41.000 (σαράντα μία χιλιάδες) αναπληρωτές εκπαιδευτικοί. Τα χρόνια που ήμουνα Διευθυντής Εκπαίδευσης, 2015 – 2019, οι προσλήψεις αναπληρωτών ήταν γύρω στις 24.000. Σήμερα με τόσες χιλιάδες επιπλέον πώς γίνεται να υπάρχουν κενά; Μήπως δεν έγινε σωστή διαχείριση του εκπαιδευτικού προσωπικού;