Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων το καλοκαίρι στην Ελλάδα: Aυτοί που λένε «φέτος δεν θα πάω διακοπές» και αυτοί που ανεβάζουν story από το πλοίο με λεζάντα «summer state of mind», ενώ έχουν ήδη χάσει το 40% της ψυχικής τους υγείας από την ουρά στο λιμάνι.
Το ταξίδι στο νησί δεν είναι απλώς διακοπές. Είναι ολυμπιακό άθλημα. Ξεκινάει από τη στιγμή που αποφασίζεις να κλείσεις εισιτήρια. Εκεί ανακαλύπτεις ότι υπάρχουν μόνο δύο επιλογές:
- Να φύγεις Τρίτη στις 03:45 το πρωί.
- Να πουλήσεις νεφρό για καμπίνα.
Φτάνεις στο λιμάνι δύο ώρες νωρίτερα, γιατί έτσι λένε όλοι οι σοφοί ταξιδιώτες. Μετά κάθεσαι σαράντα λεπτά μέσα στο αυτοκίνητο, κοιτώντας έναν λιμενικό που κάνει κινήσεις με τα χέρια σαν μαέστρος συμφωνικής ορχήστρας. Κανείς δεν ξέρει τι σημαίνουν, αλλά όλοι υπακούν.
Μόλις μπεις στο πλοίο, ξεκινά το κυνήγι της θέσης. Είναι σαν το “Survivor”, αλλά με περισσότερα παιδιά που τρέχουν και λιγότερη αξιοπρέπεια. Βρίσκεις τελικά μια θέση δίπλα σε πρίζα και νιώθεις σαν να κέρδισες το EuroMillions. Μέχρι που εμφανίζεται κάποιος και λέει:
«Συγγνώμη, είναι πιασμένη».
Από ποιον; Από το πνεύμα του Αιγαίου;
Και μετά ξεκινά το γνωστό τελετουργικό του πλοίου. Κάποιος τρώει τυρόπιτα με τρόπο που ακούγεται σε τρεις ορόφους. Κάποιος άλλος κοιμάται με το στόμα ανοιχτό λες και κάνει οντισιόν για διαφήμιση οδοντόκρεμας. Υπάρχει πάντα και ένα παιδί που τρέχει πάνω-κάτω σαν να έχει πιει πέντε εσπρέσο. Οι γονείς του δεν το βλέπουν ποτέ. Μυστηριωδώς εξαφανίζονται.
Όταν φτάσεις επιτέλους στο νησί, σε χτυπά η πρώτη αλήθεια του ελληνικού καλοκαιριού: Όλοι έχουν νοικιάσει το ίδιο μικρό αυτοκίνητο. Ξαφνικά το νησί γεμίζει με λευκά Panda, Aygo και κάτι παπάκια που κάνουν περισσότερο θόρυβο από αεροπλάνο απογείωσης.
Το δωμάτιο που έκλεισες στις φωτογραφίες έμοιαζε «minimal boho αισθητικής». Στην πραγματικότητα είναι ένα κρεβάτι, ένας ανεμιστήρας που γυρίζει πιο αργά κι από δημόσια υπηρεσία και ένα μπάνιο όπου κάνεις ντους αγκαλιά με τη λεκάνη.
Αλλά δεν πειράζει. Γιατί είσαι σε νησί. Και στο νησί όλα συγχωρούνται.
Ξυπνάς το πρωί με στόχο να πας «για λίγο στη θάλασσα». Παίρνεις μαζί μόνο τα απαραίτητα: Πετσέτα, αντηλιακό, καπέλο, νερό, βιβλίο, power bank, δεύτερο μαγιό, σνακ, γυαλιά, ρακέτες και ψυχική αντοχή.
Στην παραλία συμβαίνουν επίσης θαύματα. Υπάρχει πάντα ένας τύπος που παίζει ρακέτες με δύναμη πυραύλου NASA. Μια παρέα που ακούει μουσική τόσο δυνατά λες και διοργανώνει φεστιβάλ. Και φυσικά η κυρία που περνάει κάθε δέκα λεπτά φωνάζοντας: «ΠΑΓΩΜΕΝΟ ΝΕΡΟΟΟ!».
Το βράδυ ξεκινά η μεγάλη έξοδος. Κάνεις μπάνιο, ντύνεσαι, βάζεις άρωμα και μετά περπατάς στα σοκάκια ιδρωμένος σαν να έτρεξες μαραθώνιο στη Σαχάρα. Παρ’ όλα αυτά, η βόλτα στο νησί έχει πάντα κάτι μαγικό. Τα φωτάκια, η μυρωδιά από σουβλάκι, οι παρέες που γελάνε, τα ποτά δίπλα στη θάλασσα και εκείνη η αίσθηση ότι για λίγες μέρες δεν σε νοιάζει τίποτα.
Και κάπως έτσι, κάθε χρόνο, ενώ λες «δεν αντέχω άλλη ταλαιπωρία», ξανακλείνεις εισιτήρια.
Γιατί το ελληνικό νησί είναι σαν παλιός έρωτας: Σε κουράζει, σε παιδεύει, σε αδειάζει οικονομικά… αλλά πάντα επιστρέφεις.
Υλικά (για 4 άτομα)
4 φλάσκες μελιτζάνες
3 μεγάλα κρεμμύδια σε φέτες
3 σκελίδες σκόρδο ψιλοκομμένες
4 ώριμες ντομάτες τριμμένες (ή 1 κονσέρβα ντοματάκια)
1 κ.γ. ζάχαρη
1 ματσάκι μαϊντανό
150 ml ελαιόλαδο
Αλάτι
Πιπέρι
Προαιρετικά: λίγη φέτα στο σερβίρισμα
Εκτέλεση
Πλένεις τις μελιτζάνες και τις χαράζεις κατά μήκος χωρίς να τις κόψεις τελείως.
Τις αλατίζεις και τις αφήνεις 20-30 λεπτά να ξεπικρίσουν.
Τις ξεπλένεις, τις σκουπίζεις και τις τηγανίζεις ελαφρά ή τις ψήνεις με λίγο λάδι στους 200°C για 25 λεπτά.
Σε κατσαρόλα σοτάρεις τα κρεμμύδια σε αρκετό ελαιόλαδο μέχρι να καραμελώσουν.
Προσθέτεις το σκόρδο, την ντομάτα, ζάχαρη, αλάτι και πιπέρι και σιγοβράζεις περίπου 15 λεπτά.
Ρίχνεις τον μαϊντανό και γεμίζεις τις μελιτζάνες με το μείγμα.
Τις βάζεις σε ταψί, περιχύνεις με τη σάλτσα και λίγο ακόμη ελαιόλαδο.
Ψήνεις στους 180°C για περίπου 45 λεπτά μέχρι να μελώσουν.
Μικρά μυστικά:
- Τα πολλά κρεμμύδια κάνουν τη διαφορά
- Την επόμενη μέρα είναι ακόμα πιο νόστιμο
- Ταιριάζει τέλεια με φέτα και χωριάτικο ψωμί




