ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ: O τρίτος τόμος του «Κεφαλαίου» του Καρλ Μαρξ

Spread the love

του Παράσχου  Μανιάτη*

Το συνολικό προτσές της καπιταλιστικής παραγωγής

Ο τρίτος τόμος του «Κεφαλαίου» εξετάζει το συνολικό προτσές (διαδικασία) της καπιταλιστικής παραγωγής, δηλαδή πώς οι θεμελιώδεις οικονομικές σχέσεις των δύο προηγούμενων τόμων εμφανίζονται στην καθημερινή λειτουργία της οικονομίας. Ενώ ο πρώτος τόμος επικεντρώνεται στην παραγωγή της υπεραξίας και ο δεύτερος στην κυκλοφορία και αναπαραγωγή του κεφαλαίου, ο τρίτος διερευνά τη μετατροπή της υπεραξίας σε κέρδος, τον σχηματισμό του ποσοστού κέρδους και την κατανομή του κοινωνικού πλεονάσματος μεταξύ των καπιταλιστών.

Ο τόμος εκδόθηκε από τον Φρίντριχ Ένγκελς, ο οποίος επεξεργάστηκε τα χειρόγραφα του Μαρξ. Σκοπός του έργου είναι να αποκαλύψει τις εσωτερικές σχέσεις πίσω από τις φαινομενικά αυτονόητες κατηγορίες της αστικής πολιτικής οικονομίας.

Η μετατροπή της υπεραξίας σε κέρδος

Αφετηρία της ανάλυσης είναι η μετατροπή της υπεραξίας σε κέρδος. Η αξία ενός εμπορεύματος αποτελείται από το σταθερό κεφάλαιο, το μεταβλητό κεφάλαιο και την υπεραξία. Το σταθερό κεφάλαιο περιλαμβάνει μηχανήματα, πρώτες ύλες και εγκαταστάσεις, ενώ το μεταβλητό αντιστοιχεί στην αξία της εργατικής δύναμης.

Για τον καπιταλιστή, όμως, το σταθερό και το μεταβλητό κεφάλαιο εμφανίζονται ενωμένα ως τιμή κόστους, δηλαδή ως το χρηματικό ποσό που κατέβαλε για την παραγωγή. Επειδή η απλήρωτη εργασία δεν εμφανίζεται χωριστά, η υπεραξία φαίνεται να προέρχεται από ολόκληρο το προκαταβεβλημένο κεφάλαιο και όχι αποκλειστικά από τη ζωντανή εργασία. Έτσι αποκτά τη μεταμορφωμένη μορφή του κέρδους.

Το κέρδος, επομένως, δεν διαφέρει ως οικονομική ουσία από την υπεραξία. Είναι η εξωτερική μορφή της, που αποκρύπτει την πραγματική πηγή της: Την απλήρωτη εργασία και την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης.

Η τιμή κόστους και η πραγματοποίηση του κέρδους

Η τιμή κόστους είναι μικρότερη από την πραγματική αξία του εμπορεύματος, επειδή δεν περιλαμβάνει την υπεραξία. Ο καπιταλιστής μπορεί, συνεπώς, να πουλήσει κάτω από την αξία και να αποκομίσει κέρδος, αρκεί η τιμή πώλησης να υπερβαίνει την τιμή κόστους.

Έτσι, στην καθημερινή εμπορική συνείδηση, το κέρδος παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της πώλησης, της διαπραγματευτικής ικανότητας ή της επιχειρηματικής ευφυΐας. Για την κοινωνία συνολικά, όμως, δεν δημιουργείται με την ανταλλαγή. Η κυκλοφορία πραγματοποιεί και κατανέμει την υπεραξία, αλλά δεν τη δημιουργεί.

Το ποσοστό υπεραξίας και το ποσοστό κέρδους

Ο Μαρξ διακρίνει το ποσοστό υπεραξίας από το ποσοστό κέρδους. Το πρώτο εκφράζει τη σχέση της υπεραξίας προς το μεταβλητό κεφάλαιο και δείχνει τον βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας. Το δεύτερο εκφράζει τη σχέση της υπεραξίας προς το συνολικό προκαταβεβλημένο κεφάλαιο.

Επειδή το συνολικό κεφάλαιο είναι μεγαλύτερο από το μεταβλητό, το ποσοστό κέρδους είναι συνήθως μικρότερο από το ποσοστό υπεραξίας. Η μορφή του συγκαλύπτει τη διάκριση σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου. Το σταθερό μεταβιβάζει την υπάρχουσα αξία του στο προϊόν, ενώ μόνο η ζωντανή εργασία δημιουργεί νέα αξία και υπεραξία.

Οι παράγοντες που επηρεάζουν το ποσοστό κέρδους

Πρώτος παράγοντας είναι ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασίας. Όταν αυξάνεται το ποσοστό υπεραξίας, αυξάνεται, εφόσον οι άλλοι παράγοντες μένουν σταθεροί, και το ποσοστό κέρδους. Η αύξηση μπορεί να προκύψει από επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας, εντατικοποίηση της εργασίας ή μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης.

Δεύτερος παράγοντας είναι η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή η αναλογία σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου. Επιχειρήσεις με το ίδιο ποσοστό υπεραξίας μπορεί να εμφανίζουν διαφορετικά ποσοστά κέρδους, εάν χρησιμοποιούν διαφορετική ποσότητα ζωντανής εργασίας σε σχέση με μηχανήματα και πρώτες ύλες.

Όσο μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου επενδύεται σε μέσα παραγωγής και μικρότερο σε εργατική δύναμη, τόσο χαμηλότερο τείνει να είναι το ποσοστό κέρδους, επειδή μόνο η ζωντανή εργασία δημιουργεί υπεραξία.

Η οικονομία στη χρήση του σταθερού κεφαλαίου

Σημαντική επίδραση στην κερδοφορία έχει η οικονομία στη χρήση του σταθερού κεφαλαίου. Η εξοικονόμηση πρώτων υλών, ενέργειας, εγκαταστάσεων και μηχανημάτων μπορεί να αυξήσει το ποσοστό κέρδους χωρίς άμεση μεταβολή του βαθμού εκμετάλλευσης.

Η οικονομία επιτυγχάνεται με παραγωγή μεγάλης κλίμακας, κοινή χρήση εγκαταστάσεων, τεχνολογική πρόοδο και αξιοποίηση υποπροϊόντων ή αποβλήτων. Συχνά, όμως, γίνεται εις βάρος της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων. Ο καπιταλισμός εμφανίζεται οικονομικός απέναντι στα υλικά μέσα παραγωγής, αλλά σπάταλος απέναντι στην ανθρώπινη ζωή.

Η περιστροφή του κεφαλαίου και οι τιμές των πρώτων υλών

Καθοριστικό ρόλο έχει και η ταχύτητα περιστροφής του κεφαλαίου. Όσο γρηγορότερα επιστρέφει το προκαταβεβλημένο κεφάλαιο στην αρχική χρηματική μορφή του, τόσο περισσότερες φορές χρησιμοποιείται μέσα σε ένα έτος και τόσο μεγαλύτερη υπεραξία αποφέρει.

Η συντόμευση του χρόνου παραγωγής και κυκλοφορίας αυξάνει το ετήσιο ποσοστό κέρδους. Αντίθετα, μεγάλα αποθέματα, καθυστερήσεις στις μεταφορές και μακροχρόνιες πιστώσεις δεσμεύουν κεφάλαιο και περιορίζουν την αποδοτικότητά του.

Οι μεταβολές στις τιμές των πρώτων υλών επηρεάζουν επίσης την κερδοφορία. Η άνοδός τους αυξάνει το απαιτούμενο κεφάλαιο και μπορεί να μειώσει το ποσοστό κέρδους, ενώ η πτώση τους μπορεί να το αυξήσει. Οι απότομες διακυμάνσεις προκαλούν επίσης κέρδη ή ζημιές από ανατίμηση ή υποτίμηση των αποθεμάτων.

Η απελευθέρωση και η δέσμευση κεφαλαίου

Ο Μαρξ διακρίνει την απελευθέρωση από τη δέσμευση κεφαλαίου. Όταν φθηναίνουν τα μέσα παραγωγής ή επιταχύνεται η περιστροφή, μέρος του κεφαλαίου αποδεσμεύεται και μπορεί να επενδυθεί αλλού.

Αντίθετα, όταν αυξάνονται οι τιμές των πρώτων υλών ή παρατείνεται η κυκλοφορία, απαιτείται πρόσθετο κεφάλαιο για να διατηρηθεί η ίδια κλίμακα παραγωγής. Η κερδοφορία εξαρτάται, επομένως, όχι μόνο από την υπεραξία, αλλά και από τους όρους αναπαραγωγής του συνολικού κεφαλαίου.

Η μετατροπή του κέρδους σε μέσο κέρδος

Οι κλάδοι παραγωγής χαρακτηρίζονται από διαφορετική οργανική σύνθεση κεφαλαίου και ταχύτητα περιστροφής. Εάν όλα τα εμπορεύματα πωλούνταν σύμφωνα με τις αξίες τους, τα ποσοστά κέρδους θα διέφεραν σημαντικά μεταξύ των κλάδων.

Ο ανταγωνισμός προκαλεί μετακίνηση κεφαλαίων από κλάδους χαμηλότερης αποδοτικότητας προς εκείνους με υψηλότερη. Έτσι σχηματίζεται ένα γενικό ή μέσο ποσοστό κέρδους. Κάθε κεφάλαιο διεκδικεί μέρος της συνολικής υπεραξίας ανάλογα με το μέγεθός του και όχι μόνο με την υπεραξία που παρήγαγε άμεσα.

Οι τιμές παραγωγής και ο νόμος της αξίας

Με τον σχηματισμό του μέσου κέρδους, οι αξίες των εμπορευμάτων μετατρέπονται σε τιμές παραγωγής, οι οποίες αποτελούνται από την τιμή κόστους και το μέσο κέρδος.

Ορισμένα εμπορεύματα πωλούνται πάνω από την αξία τους και άλλα κάτω από αυτήν. Στο σύνολο της κοινωνικής παραγωγής, όμως, το άθροισμα των τιμών παραγωγής ισούται με το άθροισμα των αξιών και το συνολικό κέρδος με τη συνολική υπεραξία.

Ο νόμος της αξίας δεν καταργείται, αλλά λειτουργεί μέσω σύνθετου μηχανισμού ανακατανομής. Ο ανταγωνισμός δεν δημιουργεί υπεραξία· εξισώνει τα ποσοστά κέρδους και κατανέμει την παραγόμενη υπεραξία ανάμεσα στα επιμέρους κεφάλαια.

Οι αγοραίες αξίες και το πρόσθετο κέρδος

Μέσα σε κάθε κλάδο σχηματίζεται κοινωνική ή αγοραία αξία, η οποία εξαρτάται από τις μέσες συνθήκες παραγωγής. Οι επιχειρήσεις με ανώτερη τεχνολογία και χαμηλότερο κόστος μπορούν να αποκομίζουν πρόσθετο κέρδος.

Αντίθετα, οι λιγότερο παραγωγικές επιχειρήσεις πιέζονται οικονομικά και ενδέχεται να εκτοπιστούν από την αγορά. Η προσφορά και η ζήτηση προκαλούν αποκλίσεις στις τιμές, αλλά δεν εξηγούν το κέντρο γύρω από το οποίο κινούνται, το οποίο καθορίζεται από τις κοινωνικά αναγκαίες συνθήκες παραγωγής.

Η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους

Ο ανταγωνισμός αναγκάζει τους παραγωγούς σε διαρκή τεχνολογική ανανέωση, συγκέντρωση κεφαλαίου και περιορισμό του κόστους. Η ίδια διαδικασία, όμως, αυξάνει το σταθερό κεφάλαιο σε σχέση με τη ζωντανή εργασία.

Από αυτήν την εξέλιξη προκύπτει η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Η αύξηση της παραγωγικότητας μπορεί να διευρύνει τη συνολική ποσότητα προϊόντων και τη μάζα του κέρδους. Παράλληλα, όμως, το κέρδος ως ποσοστό του συνολικού επενδυμένου κεφαλαίου τείνει να μειώνεται.

Συμπεράσματα

Ο τρίτος τόμος του «Κεφαλαίου» αποκαλύπτει ότι οι εξωτερικές μορφές της καπιταλιστικής οικονομίας συγκαλύπτουν την προέλευσή τους. Το κέρδος φαίνεται να δημιουργείται από το κεφάλαιο, οι τιμές να είναι ανεξάρτητες από την αξία και ο ανταγωνισμός να αποτελεί πηγή κερδοφορίας.

Στην πραγματικότητα, πίσω από αυτές τις μορφές βρίσκεται η απλήρωτη εργασία των εργαζομένων. Ο ανταγωνισμός δεν παράγει υπεραξία, αλλά την κατανέμει μεταξύ των κεφαλαίων. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής εμφανίζεται ως δυναμικό αλλά βαθιά αντιφατικό σύστημα, που αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις, ενώ δημιουργεί ανισότητες, κρίσεις και πιέσεις πάνω στην εργασία.

*Ο Παράσχος Μανιάτης είναι  καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος 5 διδακτορικών διπλωμάτων από Σουηδικά και Αμερικανικά Πανεπιστήμια στους κλάδους: Logistics για Μηχανικούς, Μάνατζμεντ για Μηχανικούς, Οικονομικά & Χρηματοοικονομικά, Πολιτικές Επιστήμες & Δημόσιες Σχέσεις, Μουσική Σύνθεση & Μαέστρος Μουσικής. Δίδαξε 41 χρόνια σε 9 δημόσια Πανεπιστήμια και 3 ιδιωτικά Πανεπιστήμια ανά τον κόσμο.

Μείνετε ενημερωμένοι με τα πιο σημαντικά νέα

Πατώντας το κουμπί Εγγραφή, επιβεβαιώνετε ότι έχετε διαβάσει και συμφωνείτε με τηνΠολιτική Απορρήτου και τουςΌρους Χρήσης
Διαφήμιση