Κ. Καρατόλιος: Γιατί η μονιμότητα των Δημοσίων Υπαλλήλων εξακολουθεί να είναι απαραίτητη

Spread the love

       Του Κωνσταντίνου Καρατόλιου* 

Με τηλεοπτικό του διάγγελμα ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης άνοιξε εκ νέου το θέμα της Συνταγματικής Αναθεώρησης. Ανάμεσα στα άρθρα του Συντάγματος τα οποία ανακοίνωσε ότι βρίσκονται στην πρόθεσή του να προτείνει να καταργηθούν ή να τροποποιηθούν είναι και αυτό που σχετίζεται με τη μονιμότητα των Δημοσίων Υπαλλήλων. Ο πρωθυπουργός με την εξαγγελία του αυτή κάνει πράξη αυτό που όλες οι Δεξιές Κυβερνήσεις που σέβονται τον εαυτό τους κάνουν όταν βρίσκονται σε αποδρομή: καταφεύγει στον κοινωνικό αυτοματισμό, επιχειρεί δηλαδή να στρέψει τη συζήτηση σε τέτοιες ατραπούς που θα του επιτρέψουν να φέρει αντιμέτωπες τις διάφορες κοινωνικές ομάδες μεταξύ τους. Πρόκειται άλλωστε για τακτική γνωστή και δοκιμασμένη από τα χρόνια των Μνημονίων. Όταν έπρεπε να χτυπηθούν οι μισθοί και τα εργασιακά δικαιώματα των Δημοσίων Υπαλλήλων ξεκινούσε μια εκστρατεία δαιμονοποίησής τους η οποία τους παρουσίαζε σαν τεμπέληδες, για να ακολουθήσει μια εκστρατεία ενάντια στους «φοροφυγάδες» ελεύθερους επαγγελματίες που «δεν έκοβαν αποδείξεις» κ.ο.κ. Όσο η κοινωνία έπεφτε σε αυτή την παγίδα, τόσο πιο εύκολο έκανε το έργο των μνημονιακών Κυβερνήσεων στο να θερσμοθετούν περικοπές και να διαλύουν το κοινωνικό κράτος.

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα του κατά πόσο η μονιμότητα των Δημοσίων Υπαλλήλων εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, θα πρέπει να εξετάσουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε και κατά πόσο οι συνθήκες αυτές παραμένουν επίκαιρες και στις μέρες μας.

Πριν από τη θεσμοθέτηση της μονιμότητας αυτό που επικρατούσε ως συνήθεια ήταν κάθε φορά που υπήρχε κυβερνητική αλλαγή, οι Δημόσιοι Υπάλληλοι να απολύονται και τη θέση τους να καταλαμβάνουν νέοι οι οποίοι να είναι φίλα προσκείμενοι στο κόμμα που αναλάμβανε τα ηνία της χώρας. Η τακτική αυτή κατά τον 19ο αιώνα, μάλιστα, υπήρξε τόσο διαδεδομένη ώστε η πλατεία μπροστά από τα το τότε Υπουργείο Εσωτερικών/ Οικονομικών ονομάστηκε Πλατεία Κλαυθμώνος, ονομασία με την οποία είναι γνωστή μέχρι σήμερα, από τους Δημοσίους Υπαλλήλους οι οποίοι συγκεντρώνονταν εκεί μετά από κάθε αλλαγή Κυβέρνησης για να διαμαρτυρηθούν με ¨κλαυθμούς και οδυρμούς», όπως διαβάζουμε σε κείμενα της εποχής.

Η μονιμότητα των Δημοσίων Υπαλλήλων καθιερώθηκε για πρώτη φορά από τον Ελευθέριο Βενιζέλο το 1911, αν και νωρίτερα είχαν γίνει προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση και από προηγούμενες Κυβερνήσεις.  Στόχος της μεταρρύθμισης ήταν η προστασία των Δημοσίων Υπαλλήλων από τις συνεχείς πολιτικές παρεμβάσεις , οι οποίες γίνονταν με κριτήριο την κομματική εύνοια και δημιουργούσαν πελατειακές σχέσεις. Εξασφάλιζε όμως, ταυτόχρονα, και την ομαλή λειτουργία του Κράτους, το οποίο μπορούσε να λειτουργήσει πλέον ομαλά κα χωρίς τις διακοπές που προέκυπταν από την ατέρμονη αντικατάσταση του προσωπικού του.

 

Το ερώτημα που εύλογα προκύπτει είναι αν οι λόγοι θεσμοθέτησης της μονιμότητας εξακολουθούν να ισχύουν στις μέρες μας. Αν πιστεύουμε δηλαδή, πρώτ’ απ’ όλα ότι η έλλειψή της μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τις Κυβερνήσεις προκειμένου να δημιουργήσουν κομματικούς στρατούς, προσλαμβάνοντας τα «δικά τους παιδιά». Μια οποιαδήποτε αναζήτηση στο διαδίκτυο σε σχέση με την (μη) εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς μπορεί να μας λύσει αυτή την απορία. Οι πολίτες στην Ελλάδα δεν εμπιστεύονται τους θεσμούς ότι μπορεί να λειτουργήσουν αξιοκρατικά και μακριά από πολιτικές παρεμβάσεις, και η αλήθεια είναι ότι μάλλον κρίνουν ορθά.

Άλλωστε η παρούσα κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει δείξει δείγματα γραφής σε αυτόν τον τομέα. Η υπάλληλος, η κ. Τυχεροπούλου, που αποκάλυψε το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ τιμωρήθηκε σκληρά για αυτή της την πράξη και δεν είναι η μόνη. Όποιος Δημόσιος Υπάλληλος αποκαλύπτει σκάνδαλα, αντί να επιβραβεύεται για την πράξη του αυτή, στην καλύτερη περίπτωση τίθεται στο περιθώριο. Δεν μπορεί να απολυθεί όμως. Τουλάχιστον όχι πριν τη συνταγματική αναθεώρηση που προτείνει η Κυβέρνηση.

Για το αν η Κυβέρνηση θα επιχειρήσει να αλώσει το Δημόσιο προσλαμβάνοντας «δικά της παιδιά», δεν χωράει επίσης καμία αμφιβολία. Με το ισχύον καθεστώς δεν μπορεί να το πράξει βέβαια εύκολα, μπορεί όμως να προσλάβει μετακλητούς. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Τον Ιούλιο του 2019 υπήρχαν 1.710 μετακλητοί υπάλληλοι, το 2025 έφτασαν τον αστρονομικό αριθμό των 3.700! Είμαστε σίγουροι ότι θέλουμε να επιτρέψουμε σε αυτή την Κυβέρνηση να μπορεί να απολύσει Δημοσίους Υπαλλήλους και να τους αντικαταστήσει με καινούριους;

Και τι γίνεται με τους Δημοσίους Υπαλλήλους που δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους ή που υποπίπτουν σε παραπτώματα, ρωτάνε κάποιοι καλοπροαίρετα ή μη. Και γιατί να μην ισχύουν τα ίδια στο Δημόσιο με τον Ιδιωτικό τομέα, προσθέτουν.

Πρώτ’ απ’ όλα, είναι μύθος ότι Δημόσιοι Υπάλληλοι που υποπίπτουν σε σημαντικά αδικήματα δεν οδηγούνται σε απόλυση. Έχω άλλωστε σχετική εμπειρία και ο ίδιος από τη Λέσβο, από τη συμμετοχή μου ως αιρετός εκπρόσωπος των εργαζομένων στα πειθαρχικά συμβούλια (πριν οι αιρετοί εξωθούν από αυτά από την Κυβέρνηση). Ωστόσο θα έπρεπε πραγματικά να έχουν υποπέσει σε παραπτώματα, όχι απλά να μην είναι αρεστοί στη Διοίκηση. Όσο για την αποδοτικότητα, αυτή εξασφαλίζεται με την αξιοκρατία, λέξη κλειδί για τη Δημόσια Διοίκηση. Είναι προκλητικό η ίδια Κυβέρνηση που καταπατά κάθε έννοια αξιοκρατίας προκειμένου να προωθήσει αρεστούς στην ίδια ώστε αυτοί να ανέλθουν στην ιεραρχία, να διαμαρτύρεται μετά γιατί το Δημόσιο δεν είναι αποδοτικό. Όσο για το επιχείρημα της εξίσωσης με τον Ιδιωτικό Τομέα, σας καλώ να αναλογιστείτε πόσες φορές στις διευθυντικές θέσεις ακόμα και μεγάλων επιχειρήσεων βλέπουμε γόνους των ιδιοκτητών. Αυτό θέλουμε και για τον Δημόσιο Τομέα; Το ότι η Κυβέρνηση έχει απορρυθμίσει τις εργασιακές σχέσεις στον ιδιωτικό τομέα που συχνά θυμίζει ζούγκλα (σας θυμίζω το περιστατικό όπου εργαζόμενος στο νησί μας ξυλοκοπήθηκε από τον εργοδότη του επειδή διεκδίκησε το Δώρο Χριστουγέννων), δεν σημαίνει ότι αυτό πρέπει να μεταφερθεί και στο Δημόσιο. Το αντίθετο πρέπει να συμβεί.

Αν η Κυβέρνηση επιθυμεί πραγματικά την αναβάθμιση των Δημοσίων Υπηρεσιών τότε θα πρέπει να εξασφαλίσει ότι το Δημόσιο θα σταματήσει να είναι υποστελεχωμένο (αυτή είναι η εικόνα που επικρατεί σήμερα σε όλες ανεξαιρέτως τις Δημόσιες Υπηρεσίες, ακόμα και στην Υγεία, την Εκπαίδευση και την Πυροσβεστική) και να φροντίσει να εξασφαλίσει συνθήκες αξιοκρατίας , ώστε το Δημόσιο να εξυπηρετεί πραγματικά το δημόσιο συμφέρον και τους πολίτες. Οι πολίτες δεν πρέπει να «τσιμπάνε» στον κοινωνικό αυτοματισμό, ο οποίος εξυπηρετεί μόνο τα σχέδια της Κυβέρνησης και διαλύει τον κοινωνικό ιστό και τις Δημόσιες Υπηρεσίες.

* Ο Κωνσταντίνος Καρατόλιος είναι αντιπρόεδρος του ΝΤ ΑΔΕΔΥ Λέσβου και Γενικός Γραμματέας στο Σύλλογο Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Λέσβου, εκλεγμένος με το Αυτόνομο Δίκτυο Εκπαιδευτικών

Μείνετε ενημερωμένοι με τα πιο σημαντικά νέα

Πατώντας το κουμπί Εγγραφή, επιβεβαιώνετε ότι έχετε διαβάσει και συμφωνείτε με τηνΠολιτική Απορρήτου και τουςΌρους Χρήσης
Διαφήμιση