Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου, 2021

Μας προστατεύουν ο εμβολιασμός και η νόσηση;

Του Αθανασίου Γκουλιάμα
Επιμελητή Α’ Γενικής Ιατρικής

Τους τελευταίους μήνες ακούμε συνεχώς για νέα στελέχη του SARS-CoV-2 που εξαπλώνονται παγκοσμίως. Το τελευταίο παράδειγμα είναι το στέλεχος Δέλτα, το οποίο έχει αυξημένη μολυσματικότητα και έχει εξαπλωθεί πλέον σε περισσότερες από 70 χώρες.

Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα, η ικανότητα εξάπλωσης του στελέχους Δέλτα φαίνεται ότι συνδέεται με το ιικό φορτίο. Συγκεκριμένα, οι ασθενείς που μολύνονται με το στέλεχος Δέλτα έχουν πολύ υψηλότερο ιικό φορτίο σε σχέση με αυτά που είχαμε παρατηρήσει στην αρχή της πανδημίας, γεγονός που καθιστά ευκολότερη τη μετάδοση του ιού από τους φορείς.

Οι επιστήμονες ανέφεραν ότι το στέλεχος Δέλτα ανιχνεύθηκε στους ασθενείς μόλις 4 ημέρες μετά τη μόλυνση με τον ιό, ενώ για το αρχικό στέλεχος του SARS-CoV-2 η αντίστοιχη διάρκεια ήταν 6 ημέρες. Το γεγονός αυτό πρακτικά δείχνει ότι το στέλεχος Δέλτα πολλαπλασιάζεται ταχύτερα. Οι ασθενείς που μολύνθηκαν με το στέλεχος Δέλτα είχαν τελικά 1.260 φορές υψηλότερο ιικό φορτίο συγκριτικά με τους ασθενείς που είχαν μολυνθεί με το αρχικό στέλεχος.

Το υψηλότερο ιικό φορτίο σε συνδυασμό με τη βραχύτερη περίοδο επώασης του ιού μπορεί να εξηγήσει τη μεγαλύτερη ταχύτητα εξάπλωσης του στελέχους Δέλτα. Η μεγαλύτερη ποσότητα του ιού στο αναπνευστικό σύστημα σημαίνει ότι ένας φορέας θα μολύνει περισσότερα άτομα σε μία εστία υπερμετάδοσης, ενώ θα αρχίσει να μεταδίδει τον ιό νωρίτερα μετά τη μόλυνσή του. Η βραχύτερη περίοδος επώασης καθιστά επίσης δυσκολότερες τις ιχνηλατήσεις.

Μία λογική απορία που έχει εκφραστεί από αρκετούς ανθρώπους είναι αν ο εμβολιασμός ή το ιστορικό λοίμωξης μπορεί να προστατεύσουν από τα παραπάνω νεότερα στελέχη.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι η ανοσία σε ένα παθογόνο αναπτύσσεται με δύο διαφορετικούς τρόπους: Είτε με την έκθεση στο παθογόνο, είτε με τον εμβολιασμό. Ωστόσο, η ανοσία του εμβολιασμού και η ανοσία από τη φυσική λοίμωξη δεν είναι εξίσου ισχυρές, ούτε έχουν την ίδια διάρκεια. Ακόμη, κάθε άτομο που νοσεί από τον SARS-CoV-2 δεν παρουσιάζει εξίσου ισχυρή ανοσία, ενώ αντίθετα, η ανοσία από τα εμβόλια είναι συγκρίσιμη σχεδόν σε όλους τους ασθενείς.

Η διαφορά της ανοσίας ανάμεσα στον εμβολιασμό και τη φυσική λοίμωξη φαίνεται ότι είναι περισσότερο εμφανής αναφορικά με τα νεότερα στελέχη του SARS-CoV-2.

Στις αρχές του Ιούλη, δημοσιεύτηκαν 2 έρευνες που έδειξαν ότι τα εμβόλια της COVID-19, αν και έχουν ελαφρώς μειωμένη αποτελεσματικότητα συγκριτικά με το αρχικό στέλεχος του SARS-CoV-2, μπορούν να προσφέρουν ισχυρή ανοσία ενάντια στις τελευταίες μεταλλάξεις του ιού.

Οι επιστήμονες της παραπάνω μελέτης εξέτασαν την ισχύ της σύνδεσης των αντισωμάτων με τα νεότερα στελέχη του SARS-CoV-2. Όπως διαπίστωσαν, τα αντισώματα στους ασθενείς με ιστορικό λοίμωξης από SARS-CoV-2 δεν ήταν ικανά να προστατεύσουν τους ασθενείς από τα νεότερα στελέχη. Αντίθετα, σε αυτούς που είχαν εμβολιαστεί η ανοσία ενάντια στα παραπάνω στελέχη ήταν επαρκής.

Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι ο εμβολιασμός αποτελεί μία ασφαλή και αποτελεσματική μέθοδο πρόληψης τόσο για το αρχικό όσο και για τα νεότερα στελέχη του SARS-CoV-2 και ιδιαίτερα το στέλεχος Δέλτα.

 

Η ανοσία μετά τη λοίμωξη ποικίλλει

Η ανοσία συνδέεται με την ικανότητα του ανοσοποιητικού συστήματος να «θυμάται» την προηγούμενη συνάντησή του με ένα παθογόνο. Χρησιμοποιώντας την παραπάνω ανοσιακή μνήμη, ο οργανισμός γνωρίζει πώς να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το παθογόνο αν κληθεί να το αντιμετωπίσει ξανά στο μέλλον.

Τα αντισώματα είναι πρωτεΐνες που προσδένονται σε έναν ιό και προλαμβάνουν τη λοίμωξη. Τα Τ λεμφοκύτταρα ακολούθως ασχολούνται με την απομάκρυνση των ιών και των κυττάρων στα οποία έχουν προσδεθεί τα αντισώματα. Τα δύο παραπάνω είδη κυττάρων αποτελούν τους σημαντικότερους δείκτες ανοσίας.

Μετά τη λοίμωξη από SARS-CoV-2, η απόκριση τόσο των αντισωμάτων όσο και των Τ λεμφοκυττάρων μπορεί να προστατεύσει τον οργανισμό από μελλοντικές λοιμώξεις. Το 84%-91% των ασθενών που μολύνθηκαν με το αρχικό στέλεχος του SARS-CoV-2 είχαν επαρκή ανοσία ικανή να τους προστατεύσει από νέες μολύνσεις για τουλάχιστον 6 μήνες, ακόμα κι αν είχαν παρουσιάσει ήπια συμπτώματα.

Ακόμα και αυτοί που δεν παρουσίασαν κανένα σύμπτωμα κατά τη διάρκεια της λοίμωξης με τον ιό, ανέπτυξαν κάποιου βαθμού ανοσία, αν και τα επίπεδα των αντισωμάτων τους ήταν σχετικά μειωμένα. Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι σε ορισμένους ασθενείς η ανοσία από τη φυσική λοίμωξη ενδεχομένως είναι επαρκής.

Ωστόσο, ένα σημαντικό ποσοστό των ασθενών που νοσούν από COVID-19 ΔΕΝ αναπτύσσουν ανοσία. Συγκεκριμένα, το 9% των ασθενών μετά τη νόσηση δεν έχουν ανιχνεύσιμα αντισώματα, ενώ το 7% ακόμη και 30 ημέρες μετά τη λοίμωξη, δεν έχουν Τ λεμφοκύτταρα που αναγνωρίζουν τον ιό.

Ακόμα και σε αυτούς που αναπτύσσουν ανοσία, η ισχύς και η διάρκεια της τελευταίας μπορεί να παρουσιάζει μεγάλη διαφοροποίηση. Στο 5% περίπου των ασθενών η ανοσία φθίνει ταχέως μέσα σε ένα διάστημα λίγων μηνών.

Χωρίς επαρκή ανοσία, οι παραπάνω ασθενείς κινδυνεύουν να μολυνθούν ξανά με νεότερα στελέχη του ιού. Ορισμένοι από αυτούς, μάλιστα, νόσησαν ξανά από τον ιό σε λιγότερο από 1 μήνα μετά την αρχική λοίμωξη. Αν και το φαινόμενο αυτό είναι σχετικά σπάνιο, μερικοί από αυτούς κατέληξαν από τη νέα λοίμωξη.

Ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα είναι ότι οι ασθενείς που μολύνθηκαν στην αρχή της πανδημίας έχουν αυξημένη ευαισθησία στο στέλεχος Δέλτα του SARS-CoV-2.

Μία έρευνα διαπίστωσε ότι 12 μήνες μετά τη λοίμωξη από τον ιό, το 88% των εθελοντών είχε ακόμα αντισώματα ικανά να αποτρέψουν τη λοίμωξη από το αρχικό στέλεχος του SARS-CoV-2. Ωστόσο, λιγότερο από το 50% των παραπάνω ασθενών είχε αποτελεσματικά αντισώματα ενάντια στο στέλεχος Δέλτα.

Επιπλέον, ένας ασθενής που μολύνεται με τον ιό μπορεί να τον μεταδώσει, ακόμα κι αν δεν παρουσιάσει κανένα σύμπτωμα. Τα νεότερα στελέχη μεταδίδονται ευκολότερα σε σχέση με το αρχικό στέλεχος, επομένως δημιουργούν προβλήματα και σε αυτό τον τομέα.

 

Ο εμβολιασμός δημιουργεί επαρκή ανοσία

Τα εμβόλια της COVID-19 προκαλούν ισχυρή απόκριση τόσο αντισωμάτων όσο και Τ λεμφοκυττάρων.

Μία μελέτη διαπίστωσε ότι 6 μήνες μετά την 1η δόση του εμβολίου της Moderna, όλοι οι εθελοντές είχαν ακόμα επαρκή αντισώματα ενάντια στον SARS-CoV-2.

Αντίστοιχα, μία έρευνα που εξέτασε τα δύο εμβόλια mRNA (Pfizer και Moderna) παρατήρησε ότι τα επίπεδα των αντισωμάτων σε αυτούς που είχαν εμβολιαστεί ήταν υψηλότερα συγκριτικά με αυτούς που είχαν νοσήσει από τον ιό.

Τέλος, μία έρευνα από το Ισραήλ έδειξε ότι το εμβόλιο της Pfizer ήταν ικανό να αποτρέψει το 90% των λοιμώξεων στους ασθενείς που είχαν κάνει και τις 2 δόσεις, ανεξαρτήτως στελέχους. Ο περιορισμός των λοιμώξεων σημαίνει μείωση της κυκλοφορίας του ιού στην κοινότητα.

Καταλαβαίνουμε επομένως ότι, ακόμα κι αν έχουμε νοσήσει από COVID-19, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να εμβολιαστούμε. Μία έρευνα έδειξε ότι ο εμβολιασμός ατόμων που έχουν νοσήσει από τον ιό, δημιουργεί 100 φορές περισσότερα αντισώματα σε σχέση με αυτά που παράγονται από τη φυσική λοίμωξη. Μάλιστα, το 100% των ατόμων που εμβολιάστηκαν ενώ είχαν ιστορικό λοίμωξης από τον ιό, κατάφεραν να αναπτύξουν επαρκή ανοσία για το στέλεχος Δέλτα.

ΕΠΟΜΕΝΩΣ ,ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ, ΒΑΣΕΙ ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΚΑΙ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ, ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΣ Ο ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΣ ΩΣ ΜΕΣΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ  ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΜΕΤΑΛΛΑΞΗΣ ΔΕΛΤΑ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΝΟΣΗΣΑΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΡΧΙΚΟ COVID-19.

Δεν πρέπει φυσικά να ξεχνάμε ότι, αν και ο εμβολιασμός είναι ένα από τα σημαντικότερα όπλα στη μάχη κατά της πανδημίας, δεν αποτελεί το μοναδικό. Η χρήση μάσκας και η τήρηση των αποστάσεων είναι επίσης αποτελεσματικά στην πρόληψη μετάδοσης του ιού.