Oι αγκυλώσεις στην αγροτική οικονομία και στη χώρα γενικότερα

Του Χρήστου Δ. Κουτλή,
Προέδρου του Αγροτικού Συνεταιρισμού Ακρασίου

Η εμφάνιση ενός νέου στελέχους της οικογένειας των κορονοϊών, του επονομαζόμενου SARS-CoV-2, έχει θέσει ολόκληρη την ανθρωπότητα μπροστά σε πρωτόγνωρα γι’ αυτήν δεδομένα, που προγενέστερα και ο πιο ευφάνταστος νους δύσκολα θα αποδεχόταν. Και όμως συνέβη και αυτό.

Οι ιοί, οι οποίοι γίνονται ορατοί μόνο με το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο, και οι οποίοι εκτός του ανθρώπινου οργανισμού εμφανίζονται ως νεκρά σωματίδια, αρχίζουν να εκδηλώνουν μολυσματική δράση από τη στιγμή που εισέρχονται εντός του και εντός των κυττάρων του. Όταν ένα κύτταρο μολυνθεί από ιό, γίνεται, τρόπον τινά κατάληψη του κυττάρου, το οποίο αναγκάζεται να παράγει εκατοντάδες ή και χιλιάδες πανομοιότυπα αντίγραφά τους, που στη συνέχεια ελευθερώνονται από το κύτταρο για να μολύνουν νέα κύτταρα, ενώ το ίδιο αποσυντίθεται.

Το παράδοξο με τον εν λόγω ιό, είναι ότι εμφανίζει τέτοιας μορφής επικινδυνότητα, από πλευράς μολυσματικότητας και συμπτωμάτων, που όμοιά της δεν εμφανίζεται κατά τη διάρκεια των εξελικτικών διαδικασιών των οργανισμών, που η ίδια η φύση δημιουργεί.

Και εδώ τίθεται το ερώτημα στο τι τελικά μεσολάβησε στην εμφάνιση αυτού του ιού; Απέναντι σε ένα τέτοιο συμβάν, που μέχρι σήμερα, έχει στοιχίσει τη ζωή σε πάνω από 250.000 ανθρώπους, με τεράστιες και απρόβλεπτες οικονομικές συνέπειες για τον πλανήτη, είναι επιβεβλημένο να δοθεί απάντηση.

Η ενσκήψασα πανδημία, αναπόφευκτα, δημιουργεί συνθήκες παγκόσμιας και μεγάλων διαστάσεων οικονομικής κρίσης και ύφεσης και αυτή με τη σειρά της οδηγεί σε κοινωνικοπολιτική κρίση, το μέγεθος της οποίας, εκ προοιμίου, κανείς δεν μπορεί να προδικάσει.

Οι επιπτώσεις του εν λόγω ιού στον τομέα της αγροτικής οικονομίας και ειδικότερα αυτόν της ελαιοκομίας, εντοπίζονται περισσότερο στην επαύξηση της αβεβαιότητας για το αύριο των αγορών και για το ποια μπορεί να είναι η εξελικτική διαδικασία των πραγμάτων κατά την μετα-κορονοϊκή εποχή, σύμφωνα με τη διαμορφωθείσα νέα πλέον πραγματικότητα.

Αναφορικά με τα ειδικότερα προβλήματα που αφορούν το ελαιόλαδο, τα προβλήματα είναι πολλά και σοβαρά. Όλα ξεκινούν από τη μη ύπαρξη ενός εθνικού στρατηγικού σχεδιασμού για το ελαιόλαδο, όπως φυσικά και για πολλά άλλα προϊόντα.

Συγκεκριμένα: Το υψηλό κόστος παραγωγής, κύρια λόγω της ορεινότητας του εδάφους, σε συνδυασμό με την χαμηλή  τιμή  πώλησης του προϊόντος, εκ των πραγμάτων αποτελούν αποτρεπτικούς για την ενασχόληση παράγοντες.

Αν σ’ αυτά προστεθούν η υπερφορολόγηση των αγροτών καθώς και των επιχειρήσεων (μονάδων παραγωγής), η έλλειψη φορέα χρηματοδότησης, η έλλειψη εργατικού δυναμικού, ιιαίτερα, κατά την ελαιοσυλλογή αλλά και για την ίδια την παραγωγική μεταποιητική βιομηχανία, καθώς και η αδυναμία ουσιαστικής κρατικής παρέμβασης και στήριξης του αγροτικού-γεωργικού τομέα, (κίνητρα για αύξηση της παραγωγής σε καλλιέργειες που δεν καλύπτουν τις εγχώριες ανάγκες, αποζημιώσεις λόγω καταστροφικών συνθηκών από ποικίλα αίτια κ.λπ.), όλα αυτά επιτείνουν την ανασφάλεια, την αβεβαιότητα και ως είναι επόμενο δεν συμβάλλουν στην δημιουργία μιας σύγχρονης και δυναμικής αγροτικής οικονομίας με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Είναι ανεπίτρεπτο σ’ έναν ευλογημένο τόπο, όπου οι κλιματικές και άλλες συνθήκες ευνοούν την ανάπτυξη και παραγωγή ποικίλων προϊόντων, και μάλιστα ποιοτικών, να απουσιάζουν από την αγορά ελληνικά προϊόντα και να εισάγονται από άλλες χώρες, όπου οι κλιματικές και άλλες συνθήκες είναι κατά πολύ δυσμενέστερες.

Απαιτούνται δραστικές μεταρρυθμίσεις σ’ όλους σχεδόν τους τομείς παραγωγής και ανάπτυξης (στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα, κύρια στην παιδεία, στη διοίκηση, στη δικαιοσύνη) και εκμετάλλευση όλων των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας. Διαφορετικά όχι απλά θα διαιωνίζεται και θα ανακυκλώνεται η ίδια νοσηρή κατάσταση, αλλά και θα τίθεται σε διακύβευση και αυτή η ύπαρξη της χώρας.

Δυστυχώς, τούτη εδώ η χώρα, σχεδόν από την επανάσταση του 1821 μέχρι σήμερα, πλην εξαιρέσεων, δεν κατόρθωσε να βρει το δικό της βηματισμό. Εξακολουθεί να παραμένει δέσμια και υποτελής απέναντι σε ξένα συμφέροντα. Έχει περάσει από μύρια όσα κύματα και θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποτελεί θαύμα η επιβίωσή της. Τα πράγματα πλέον παίρνουν άλλη τροπή και οι ανάγκες επιτάσσουν ριζική αναθεώρηση των μέχρι τώρα πολιτικών που ασκήθηκαν. Η χώρα πρέπει να αποκτήσει επιτέλους προσωπικότητα, να βγει απ’ το τέλμα που έχει οδηγηθεί.Τέτοια μοίρα δεν της αξίζει. Κάποτε υπήρξε φάρος της οικουμένης, και φάρος πρέπει να ξαναγίνει.