Τα τελευταία χρόνια, όσοι στηρίζουμε το ελληνικό δημόσιο σχολείο διαπιστώνουμε μια «σιωπηλή» φθορά. Και όχι, δεν είναι η υλική φθορά των υποδομών, οι σοβάδες που κρέμονται πάνω από τα κεφάλια μας, καθώς κάνουμε μάθημα… Είναι αυτή η ψυχική φθορά που δεν αποτυπώνεται σε δείκτες, ούτε σε επίσημες ανακοινώσεις, αλλά διαπερνά τη σχολική καθημερινότητα. Ψιθυρίζεται στα γραφεία των δασκάλων και «ουρλιάζει» μέσα από παραιτήσεις και αρνήσεις πρόσληψης. Το τοξικό κλίμα που οδηγεί σε αυτή τη φθορά δεν είναι τυχαίο· διαμορφώνεται από τις πιέσεις στις σχέσεις εντός της σχολικής κοινότητας, τη διοίκηση και τη συνολική εκπαιδευτική πολιτική.
Η τάξη ολοένα και περισσότερο θυμίζει αρένα, ένα πεδίο συνεχούς έντασης, όπου ο εκπαιδευτικός γίνεται στόχος αμφισβήτησης ή και επιθετικότητας. Μια ένταση όχι παροδική, αλλά σαν μόνιμη διάχυτη συνθήκη που υπονομεύει την παιδαγωγική σχέση. Το κύρος του εκπαιδευτικού έχει αποδυναμωθεί αισθητά. Η επιστημοσύνη και ο κοινωνικός του ρόλος αμφισβητούνται ευθέως ακόμη και από τους μαθητές, ενώ αυξάνονται τα φαινόμενα λεκτικής ή σωματικής βίας προς αυτούς. Μάλιστα, οι συμπεριφορές κάποιων μαθητών απέναντι στους εκπαιδευτικούς δεν μπορεί να ιδωθούν ξεκομμένα, αλλά πάντα συνδυαστικά με τη στάση που επιλέγουν οι ίδιοι οι γονείς απέναντι στο σχολείο, υιοθετώντας μια απαξιωτική αντιμετώπισή του και εντείνοντας το υπάρχον κλίμα σύγκρουσης. Η πραγματικότητα αυτή δεν είναι αφηρημένη, ούτε και οι συνέπειές.
Αποτυπώνονται με δραματικό τρόπο σε πρόσφατα γεγονότα, όπως ο θάνατος εκπαιδευτικού στη Θεσσαλονίκη, που ανέδειξε τα όρια αντοχής των ανθρώπων της εκπαίδευσης και τις πιέσεις που συσσωρεύονται σιωπηλά. Τέτοιες εξελίξεις δεν μπορούν να ιδωθούν ως «μεμονωμένα περιστατικά», αλλά ως ακραίες εκφράσεις μιας βαθύτερης κρίσης.Το πρόβλημα, ωστόσο, όχι μόνο δεν αμβλύνεται αλλά υποδαυλίζεται συνεχώς από έναν δημόσιο λόγο που μεταθέτει τις ευθύνες στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς, καλλιεργώντας «κοινωνικό αυτοματισμό».
Σε αυτή τη συνθήκη, καθοριστικός είναι και ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης. Αντί να φωτίζουν σε βάθος τα αίτια των προβλημάτων, κάποια μέσα επιλέγουν να αναπαράγουν απλουστευτικές αφηγήσεις ή υπερπροβάλλουν μεμονωμένα περιστατικά, τροφοδοτώντας το κλίμα απαξίωσης. Η λογική της «ανθρωποφαγίας» για λίγα περισσότερα «κλικ», με στοχοποίηση προσώπων και εύκολες γενικεύσεις, δεν συμβάλλει στην κατανόηση της πραγματικότητας. Αντιθέτως, ενισχύει τον κοινωνικό αυτοματισμό και βαθαίνει το ρήγμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κοινωνία και το σχολείο. Σε μια περίοδο που η δημόσια συζήτηση για την εκπαίδευση είναι πιο αναγκαία από ποτέ, τα μέσα ενημέρωσης οφείλουν να σταθούν με ευθύνη και κριτική στάση.
Ωστόσο, μια ειλικρινής προσέγγιση του ζητήματος δεν μπορεί να αγνοήσει και την ανάγκη αυτοκριτικής. Οι νέοι εκπαιδευτικοί μπαίνοντας στις παιδαγωγικές σχολές και στην εκπαίδευση είχαν το προσωπικό βίωμα μαθητών μιας άλλης εποχής, ενός άλλου σχολείου. Οι παλαιότεροι είδαν στην πράξη την αλλαγή του σκηνικού στην πορεία των ετών διδασκαλίας… «Ήταν άλλα χρόνια τότε…»,λένε αναπολώντας ένα σαφώς «καλύτερο» εργασιακό και διδακτικό περιβάλλον. Το κύρος του εκπαιδευτικού δεν αποδομήθηκε όμως μόνο εξωτερικά· σε κάποιο βαθμό διαβρώθηκε και εσωτερικά. Η απομάκρυνση, σε ορισμένες περιπτώσεις, από τον παιδαγωγικό του ρόλο, η προσκόλληση σε τυπικές διαδικασίες εις βάρος της ουσιαστικής σχέσης με τον μαθητή και η σιωπηρή αποδοχή της στροφής του σχολείου σε «πάροχο υπηρεσιών» και προθάλαμο της αγοράς εργασίας, μας οδήγησε σε έναν αποστεωμένο, γραφειοκρατικό ρόλο.
Παράλληλα, η λογική της βολής και του «καναπέ» που μαστίζει τη σύγχρονη κοινωνία, δεν άφησε ανέγγιχτους τους εκπαιδευτικούς. Η μειωμένη συμμετοχή σε δράσεις συλλογικής διεκδίκησης και η αδυναμία ενιαίας στάσης απέναντι στις προκλήσεις συνέβαλαν στο να αποδυναμωθεί η εικόνα του δασκάλου ως σταθερού σημείου αναφοράς. Κι όταν η φωνή του εκπαιδευτικού δεν αρθρώνεται με σαφήνεια και αυτοπεποίθηση στον δημόσιο χώρο, αφήνει περιθώριο σε άλλους να τον ορίσουν. Η αναγνώριση αυτών των αδυναμιών δεν αναιρεί τις ευθύνες της πολιτείας και της κοινωνίας· αποτελεί, όμως, αναγκαία προϋπόθεση για την επαναθεμελίωση του ρόλου και του κύρους του.
Ο σύγχρονος εκπαιδευτικός θα πρέπει να διεκδικήσει το βήμα και να επαναπροσδιορίσει στέρεα τον ρόλο του αλλά και την θέση του σχολείου στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Αν μη τι άλλο η έννοια «αριστείας» που τόσο υπερπροβάλλεται από την κυβέρνηση θεμελιώνεται και διαμορφώνεται μέσα από τη διδακτική και μαθησιακή διαδικασία. Ο εκπαιδευτικός ως «υπερπροσοντούχος» πλέον και έχοντας βιώσει σωρεία αξιολογήσεων προκειμένου να χτίσει το βιογραφικό του, αντιπροσωπεύει την έννοια αυτή η οποία αντίθετα υπονομεύεται από πολιτικές πρακτικές που δημιουργούν εύλογα ερωτήματα. Η υπόθεση διορισμών σε θέσεις ευθύνης χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα, όπως στην περίπτωση Λαζαρίδη, αναδεικνύει τις αντιφάσεις ενός συστήματος που από τη μία διυλίζει τον κώνωπα όσον αφορά στους εκπαιδευτικούς – απαιτώντας πλήθος τυπικών προσόντων και αξιολόγηση – και από την άλλη καταπίνει την κάμηλο για τα «δικά τους παιδιά». Η αντίφαση αυτήενισχύει το αίσθημα αδικίας, κοροϊδίας και απαξίωσης εντείνοντας την απογοήτευση των εκπαιδευτικών από ένα σύστημα και μια κοινωνία που όλο απαιτεί και ποτέ δεν επιβραβεύει.
Κατ’ επέκταση, το βίωμα της εργασίας του εκπαιδευτικού σκιαγραφείται μέσα από την αποδόμηση του παλαιού «χαρακτήρα» της. Αποδυνάμωση του επαγγελματικού κύρους, αυξημένες γραφειοκρατικές απαιτήσεις και οικονομικές συνθήκες καθιστούν το επάγγελμα λιγότερο ελκυστικό. Οι χαμηλές αποδοχές και οι περιορισμένες δυνατότητες εξέλιξης εντείνουν το αίσθημα απαξίωσης, ενώ διεθνώς καταγράφεται αυξανόμενη τάση αποχώρησης από το επάγγελμα, με την επαγγελματική εξουθένωση και την έλλειψη αναγνώρισης να λειτουργούν αποτρεπτικά. Κι όμως, το σχολείο εξακολουθεί να στέκεται όρθιο χάρη στους ανθρώπους του.
Αυτή είναι η πιο ειλικρινής εικόνα της κατάστασης, μια έντονη αντίφαση: Ένα σύστημα που δοκιμάζει καθημερινά τα όριά τους, αλλά εξακολουθεί να στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη δική τους αντοχή. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν το σχολείο «αντέχει», προς το παρόν αντέχει. Το ερώτημα είναι για πόσο ακόμη θα θεωρούμε αυτονόητο ότι θα συνεχίσει να αντέχει. Και εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό διακύβευμα. Το υπό συζήτηση θέμα δεν αφορά μόνο στους εκπαιδευτικούς, αλλά στην ίδια την κοινωνία. Ένα σχολείο χωρίς εμπιστοσύνη και κύρος δεν μπορεί να επιτελέσει τον ρόλο του. Μήπως, λοιπόν, η απάντηση δεν είναι η στοχοποίηση, αλλά η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης;
Οι γονείς είναι φυσικοί σύμμαχοι και η συνεργασία μαζί τους προϋπόθεση για ένα υγιές εκπαιδευτικό περιβάλλον. Η πολιτεία, από την άλλη, οφείλει να στηρίξει ουσιαστικά το έργο των εκπαιδευτικών με μείωση της γραφειοκρατίας, ενίσχυση της επιμόρφωσης, ψυχοκοινωνική στήριξη και βελτίωση των συνθηκών εργασίας, ώστε ο εκπαιδευτικός να δουλεύει μέσα σε κλίμα ασφάλειας, εμπιστοσύνης και παιδαγωγικής ελευθερίας. Η εκπαίδευση είναι ο χώρος όπου διαμορφώνεται το μέλλον της κοινωνίας. Αν θέλουμε ένα σχολείο που να μορφώνει και να εμπνέει, οφείλουμε να σταθούμε δίπλα σε εκείνους που το κρατούν όρθιο. Γιατί τελικά, η ποιότητα της εκπαίδευσης δεν κρίνεται μόνο από δείκτες και μεταρρυθμίσεις, αλλά από το αν επιλέγουμε να σταθούμε δίπλα στους ανθρώπους της.
*Η Ειρήνη Βαρελτζή είναι Εκπαιδευτικός της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και έχει ξεχωρίσει για την προσήλωση και την επιμονή της στο εκπαιδευτικό έργο με στόχο οι μαθητές του Δημοτικού να εισέρχονται με όσο το δυνατόν περισσότερα εφόδια στο Γυμνάσιο.
Έχει και συνδικαλιστική δράση, είναι μέλος του Αυτόνομου Δικτύου Εκπαιδευτικών και στις τελευταίες εκλογές εξελέγη Ταμίας στη διοίκηση του Νομαρχιακού Τμήματος Λέσβου της ΑΔΕΔΥ.




