Της Μυτιλήνης Μυστικά…

Γράφει ο Γιώργος Γιαντάς*

(Tο άρθρο είχε γραφτεί λίγες ημέρες πριν τη λήξη της καραντίνας)
«Μετακίνηση 6» και ξεκινώ απόγευμα το περπάτημα. Για την ακρίβεια, δεν είναι -6- χρειάζομαι γάλα για τα παιδιά, κάτι που συνδυάζεται με την «άσκηση», οπότε μάλλον συνδυασμός μετακινήσεων -2- και -6-. Η πόλη είναι έρημη. Τα καταστήματα κλειστά. Η αγορά άδεια. Κάποιοι ελάχιστοι περαστικοί στο δρόμο. Ανταλλάσσουμε βιαστικές ματιές και ο καθένας συνεχίζει την πορεία του. Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις του Υπουργείου, τα νέα είναι ευχάριστα. Η καραντίνα πλησιάζει στο τέλος της. Τα μέτρα θα αρθούν κλιμακωτά. Η καθημερινότητα θα επιστρέψει σταδιακά. Η καθημερινότητα πάντα επιστρέφει.

Από δρόμο σε δρόμο κοιτώ τα αμπαρωμένα κτίρια, τα κλειστά μαγαζιά, τα σιωπηλά σπίτια, τα παλιά αρχοντικά. Μυρωδιές άνοιξης στη μύτη. Είναι δρόμοι που μυρίζουν σαν τότε που τους περπατούσες για να πας στο μάθημα των Αγγλικών. Διαδρομές που δεν έχασαν ποτέ την αύρα τους, η γλυκιά και έντονη οσμή της άνοιξης, λίγο από θάλασσα, από ψαράδικα, από φρεσκοαλεσμένο καφέ και μαγειρέματα νοικοκυριών. Σταματώ να φωτογραφίσω την ερημιά της διαδρομής. Πολλά ειπώθηκαν για τις ερημιές των πόλεων τις μέρες της καραντίνας. Μα τούτη εδώ είναι αλλιώτικη. Σα να γυρεύει η πόλη κάτι να σου πει στο αυτί. Σκύβουν αθόρυβα τα αμπαρωμένα κτίρια, γέρνουν κρυφά οι πλάτανοι, οι κολώνες, οι ανθισμένες κουτσουπιές, πιάνουν υπόκωφο κουβεντολόι με το ατάραχο νερό της προκυμαίας. 

Στη βαθιά απουσία των ανθρώπων μπορείς να αφουγκραστείς τους ψιθύρους της. Τα μυστικά της ίδιας της Μυτιλήνης. Μαζεύω τα ακουστικά και τα παραχώνω στην τσέπη του τζάκετ. Η ξενόφερτη μουσική με εμποδίζει να ακούσω καλά, να αισθανθώ: κάτι θέλει να μου πει ο τόπος, απροσδιόριστα μουρμουρητά διαχέονται στα στενά. Με αναγνώρισε. Με θυμάται. Με έχει ξαναδεί στα παιδικά χρόνια, στις μαθητικές περιπέτειες, σε κάτι παλιές παρέες, με αναγνώρισε ανάμεσα σε φίλους που ξενιτεύτηκαν ή δεν είναι πια στη ζωή. Εσένα σε θυμάμαι… Μα τώρα κι εγώ την αναγνωρίζω. Είναι η ίδια Μυτιλήνη που άφησα πίσω τόσες φορές και που τόσες φορές με περίμενε, γνέφοντας σινιάλο με το φανάρι στο «Στρογγυλό», να ξαναγυρίσω. Είναι η πατρίδα, η νεανική μου βόλτα, τα κατατόπια της που με έθρεψαν, οι πλατείες και τα σχολειά της που έχουν άσβεστες πατημασιές μου, το «Πρώτο», «Ο Πλάτανος», «Τα τρίτα», «Η προκυμαία», «Το Πανελλήνιο», «Η Ερμού», τα σοκάκια της από άκρη σε άκρη, από την Κουλμπάρα ως την Καλλιθέα, οι γωνιές του τόπου που με ξέρουν από μπόμπιρα.

Τώρα πια κι εγώ την ξέρω ποια είναι. Είναι εκείνη η παλιά Μυτιλήνη, φορά καινούρια «ρούχα» εδώ κι εκεί, κι όμως ίδια, η γνώριμή μου πόλη, πριν μαθευτεί στα πέρατα του κόσμου ως «Lesbos», πριν τις χολυγουντιανές επισκέψεις, πριν τις διαμαρτυρίες, τα επεισόδια, τους κατατρεγμένους, πριν ακόμα από τόσα «στέκια» που τότε δεν υπήρχαν. Τα μουρμουρητά της, μέσ’ τη βαθιά σιωπή, γίνονται κουβέντες μυτιληνιές, «έεεει», φωνές, γέλια, κουτσομπολιά, φλερτ, τραγούδια.

Λοιπόν, αγόρασα το γάλα από ένα μπακάλικο που βρήκα ανοιχτό. Το μαγαζάκι βρίσκεται αιώνες εκεί, μα το νεαρό στο ταμείο, ούτε τον ξέρω, ούτε με ξέρει. Μέχρι να επιστρέψω στο σπίτι, λες και ο χρόνος με τράβηξε από το γιακά, δεκαετίες πίσω και έπειτα με ξέβρασε πάλι στο ίδιο σημείο. Όλα είναι εκεί! Έτσι όπως τα επαναφέρει η βιωματική σχέση του καθενός με τον τόπο που μεγάλωσε. Το τρυφερό δέσιμο καθενός με το μέρος, κατά τα αγνά, παιδικά του χρόνια, μα και ύστερα. Διότι, κακά τα ψέματα, αυτό είναι η πατρίδα. Όχι μόνο το «όπου γης», μα τούτη η γη, τούτο το χώμα, οι άνθρωποι που τη δούλεψαν, που πάνω της έχτισαν και παραέξω έσπειραν και θέρισαν, παππούδες και γιαγιάδες, η μυρωδιά του ελαιοτριβείου, της αλμύρας, της άνοιξης.

Η καραντίνα φαίνεται πως θα τελειώσει, αργά ή γρήγορα. Θα ανοίξει ο κόσμος τα μαγαζιά του. Θα ξεχυθούν στους δρόμους μηχανές και αυτοκίνητα και η ζωή θα ξαναβρεί το δικό της δρόμο, όπως ξέρει να επαναφέρει τα πράγματα στη φυσιολογική τους ροή. Η πόλη τότε θα ντυθεί τα απλά, τα καθημερινά της, θα σωπαίνει για να ακουγόμαστε εμείς, θα ανασαίνει την ανάσα μας και ίσως, καμιά ήσυχη Κυριακή, μόνο τότε, θα παίρνει ζωή από τη σιωπή, για να ψιθυρίσει τα παλιά μυστικά της. Αυτά που μόνο τις ώρες της απόλυτης σιγής μπορείς να ακούσεις.

*Ο Γιώργος Γιαντάς είναι συγγραφέας