Υπερηχογράφημα αρχόμενης κύησης: Γιατί είναι σημαντικό και πότε πρέπει να γίνεται;

Ως υπερηχογράφημα αρχόμενης κύησης ονομάζουμε τον υπερηχογραφικό έλεγχο ο οποίος πραγματοποιείται στην αρχή του 1ου τριμήνου της κύησης, όταν δηλαδή η κύηση βρίσκεται ακόμα στο αρχικό της στάδιο και το έμβρυο αρχίζει να αναπτύσσεται.

Τον υπερηχογραφικό αυτό έλεγχο μπορεί, εφόσον το επιθυμεί, να τον πραγματοποιήσει οποιαδήποτε έγκυος, ωστόσο, υπάρχουν κάποιες ομάδες γυναικών για τις οποίες κρίνεται απαραίτητος. Στις ομάδες αυτές ανήκουν γυναίκες οι οποίες έχουν στο ιστορικό τους μια ή περισσότερες εξωμήτριες ή παλίνδρομες κυήσεις. Επιπλέον, γυναίκες μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση ή σπερματέγχυση. Τέλος, σημαντικές πληροφορίες μπορεί να μας προσφέρει και σε γυναίκες με κοιλιακό άλγος ή αιμορραγία στο πρώτο τρίμηνο της κύησης. 

Πραγματοποιείται εφόσον έχουμε τα αποτελέσματα από δυο διαδοχικές μετρήσεις β-χοριακής γοναδοτροπίνης, εκ των οποίων, τουλάχιστον η μία, θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη από 1.500 μονάδες. Αυτό γίνεται καθώς, προκειμένου να είμαστε σε θέση να διακρίνουμε εμβρυικές δομές στον υπερηχογραφικό έλεγχο, η τιμή της β-χοριακής γοναδοτροπίνης θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη από 1.500 μονάδες. Συνήθως προγραμματίζεται μετά από την 5η εβδομάδα κύησης, οπόταν και μπορούμε να διακρίνουμε με τον υπέρηχο τόσο τον σάκο κύησης όσο και άλλες εμβρυϊκές δομές. 

Κατά τον υπερηχογραφικό έλεγχο της αρχόμενης κύησης συλλέγονται πολλές και σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την κύηση, οι οποίες θα μας χρησιμεύσουν στην περαιτέρω παρακολούθηση της εγκυμοσύνης. Η σημαντικότερη εξ αυτών είναι η ανίχνευση της καρδιακής λειτουργίας του εμβρύου, καθώς και η επιβεβαίωση ότι το κύημα έχει εμφυτευθεί εντός της ενδομήτριας κοιλότητας, ότι πρόκειται δηλαδή για μια ενδομήτρια και όχι εξωμήτρια κύηση, με θετική καρδιακή λειτουργία.

Επόμενος στόχος του υπερηχογραφήματος αρχόμενης κύησης είναι η μέτρηση του μήκους του εμβρύου και ο καθορισμός της ηλικίας του σε εβδομάδες. Γενικά ο καθορισμός της ηλικίας ενός εμβρύου υπερηχογραφικά, υπερτερεί έναντι του καθορισμού της ηλικίας κύησης με τη χρήση της πρώτης ημέρας της τελευταίας περιόδου μιας γυναίκας, ειδικά σε γυναίκες με ασταθή κύκλο. Ο προσδιορισμός της ηλικίας κύησης μας βοηθάει να προγραμματίσουμε σωστά εξετάσεις και ελέγχους αργότερα στην κύηση, όπως για παράδειγμα την ημερομηνία κατά την οποία θα πρέπει να πραγματοποιηθεί ο προσυμπτωματικός προγεννητικός έλεγχος της κύησης για χρωμοσωμικές ανωμαλίες (Αυχενική Διαφάνεια).

Ταυτόχρονα, άλλη μια σημαντική πληροφορία που μας δίνει ο υπερηχογραφικός έλεγχος μιας κύησης στις πρώτες εβδομάδες της, είναι και ο αριθμός των εμβρύων της κύησης, εάν δηλαδή πρόκειται για μια μονήρη, δίδυμη ή πολύδυμη κύηση. Σε περιπτώσεις δίδυμων ή πολύδυμων κυήσεων, μπορεί να προσδιοριστεί η χοριονικότητα της κύησης, εάν δηλαδή τα έμβρυα έχουν έναν κοινό ή διαφορετικούς πλακούντες, καθώς και εάν τα έμβρυα βρίσκονται εντός ενός ή διαφορετικών σάκων κύησης. Η πληροφορία αυτή είναι εξαιρετικά χρήσιμη, καθώς τόσο η συμβουλευτική προς το ζευγάρι, όσο και η παρακολούθηση μιας κύησης διαφέρει σημαντικά, ανάλογα με τα ευρήματα. 

Τέλος, ελέγχονται εκτός από το ίδιο το έμβρυο, και άλλες δομές, σημαντικές για την συνέχιση μιας κύησης στα αρχικά της στάδια, όπως το μέγεθος του λεκιθικού ασκού αλλά και η παρουσία του ωχρού σωματίου στην ωοθήκη. 

Ο υπερηχογραφικός έλεγχος μιας αρχόμενης κύησης, συνήθως πραγματοποιείται διακοιλιακά, με υπερηχογράφημα δηλαδή από την κοιλιά. Ορισμένες φορές ωστόσο ίσως χρειαστεί και διακολπικό υπερηχογράφημα προκειμένου να επιβεβαιωθούν κάποια ευρήματα. Η πραγματοποίηση τόσο του διακοιλιακού όσο και του διακολπικού υπερηχογραφήματος, είναι ασφαλείς διαδικασίες κατά τη διάρκεια της κύησης και μπορούν να πραγματοποιηθούν χωρίς καμία ανησυχία από την πλευρά της εγκύου. 

Απόστολος Π. Γεωργαντής
Μαιευτήρας – Χειρουργός Γυναικολόγος
Ειδικός Εμβρυομητρικής Ιατρικής
Diploma in Fetal Medicine – FMF (UK)